Στην πόλη Wuhan, επαρχία Hubei, στην Κίνα, εμφανίστηκε συρροή κρουσμάτων πνευμονίας. Στις 9 Ιανουαρίου του 2020 οι υγειονομικές αρχές της Κίνας ανακοίνωσαν ότι πρόκειται για ένα νέο στέλεχος κορωνοϊού. Η Πανδημία COVID-19 προκλήθηκε από τον κορωνοϊο SARS-CoV-2, ο οποίος εξαπλώθηκε στην Ελλάδα από τις 26 Φεβρουαρίου του 2020 και έπειτα, επηρεάζοντας την καθημερινότητα μας σε κοινωνικό-οικονομικό και υγειονομικό επίπεδο. Προσβολή από τον ιό SARS-CoV-2 έχει διάφορες κλινικές εκφάνσεις από ασυμπτωματική μέχρι καταστροφική αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια. Στην καρδιά ο ιός μπορεί να προκαλέσει: φλεγμονή (μυοκαρδίτιδα ή/και περικαρδίτιδα), αρρυθμίες, θρομβοεμβολικά και ισχαιμικά επεισόδια, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενές σοκ και αιφνίδιο θάνατο. Πρέπει να τονίσουμε ότι κίνδυνος των παραπάνω καρδιακών επιπλοκών είναι πολύ μεγαλύτερος στους ασθενείς με προ-υπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο, όπως αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία νόσο, βαλβιδοπάθειες με ή χωρίς προσθετικές βαλβίδες, αρρυθμίες όπως είναι η κολπική μαρμαρυγή και καρδιακή ανεπάρκεια. Συνεπώς, η πρόληψη συνιστά το κλειδί στην αντιμετώπιση της πανδημίας λόγω COVID-19.

Τι είναι τα mRNA εμβόλια και πώς λειτουργούν;

Στις μέρες μας τα mRNA εμβόλια (στο σύνολο τους) αποτελούν τον πιο σύγχρονο, γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο εμβολιασμού, ιδιαίτερα σε περιόδους μεγάλης ανάγκης όπως είναι η πανδημία. Δεδομένα δεκαετών πειραματικών και κλινικών μελετών δείχνουν ότι τα συγκεκριμένα εμβόλια είναι ασφαλή. Συγκεκριμένα, τα mRNA εμβόλια είναι: μη λοιμογόνα, δεν αλληλοεπιδρούν με τα κύτταρα του οργανισμού και δεν προκαλούν μεταλλάξεις. Μετά την παραγωγή της άμυνας καταστρέφονται και αποβάλλονται άμεσα μέσω φυσιολογικών διαδικασιών, χωρίς να εισβάλλουν στο εσωτερικό (πυρήνας) των κυττάρων και χωρίς να αλληλοεπιδρούν με το γενετικό μας υλικό (DNA). Αντίθετα σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα ο ιός COVID-19 αλληλεπιδρά με το DNA μας σε ποσοστό 10-20%.

Περιστατικά φλεγμονώδους αντίδρασης της καρδιάς με τη μορφή μυοκαρδίτιδας ή/και μυο-περικαρδίτιδας έχουν περιγραφεί τις πρώτες ημέρες μετά τη 2η δόση του mRNA COVID-19 εμβολίου, κύρια σε έφηβους και νέους ενήλικες. Οι τελευταίες επιπλοκές συνήθως εκδηλώνονται ασυμπτωματικά ή με ήπια συμπτωματολογία, όπως είναι αίσθημα παλμού, δύσπνοια ή δυσφορία και αντιμετωπίζονται συμπτωματικά (αντιπυρετικά – αντιφλεγμονώδη) και με ξεκούραση. Συνήθως οι ασθενείς επιστρέφουν στην καθημερινότητάς τους μετά την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Ωστόσο, θέλει ιδιαίτερη προσοχή η επιστροφή στην άσκηση και τις αθλητικές δραστηριότητες. Τονίζουμε ότι οι ασθενείς με προσθετικές βαλβίδες συνιστούν μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα που έχουν μεγαλύτερο θρομβοεμβολικό κίνδυνο. Συνεπώς, στους ασθενείς με προσθετικές βαλβίδες απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και πιθανά να χρήζουν ανάγκης αυστηρότερης παρακολούθησης ή/και νοσηλείας με εξατομίκευση της αντιπηκτικής τους αγωγής.

Πρέπει να εμβολιαστούμε;

Μελέτες δείχνουν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης των παραπάνω καρδιακών επιπλοκών λόγω της COVID-19 είναι πολύ υψηλότερος έως και πολλαπλάσιος συγκριτικά με αυτόν του mRNA εμβολίου και άρα η πιθανότητα εμφάνισής τους είναι πολύ μεγαλύτερη αν τελικά δεν είμαστε εμβολιασμένοι. Οι ερευνητές παρατηρήσαν ότι ανά εκατομμύριο πληθυσμού πλήρως (και με τη 2η δόση) εμβολιασμένου θα μπορούσαν να αποφευχθούν: 11.000 νέα κρούσματα, 560 νοσηλείες, 138 εισαγωγές σε μονάδες εντατικής θεραπείας και 6 θάνατοι λόγω ίωσης από COVID-19, σε αντίθεση με τα περίπου 40-45 περιστατικά μυο/περικαρδίτιδας λόγω του mRNA εμβολιασμού. Επομένως, σε κάθε περίπτωση ο κίνδυνος καρδιακής προσβολής από τα mRNA εμβόλια, είναι πολύ μικρότερος συγκριτικά με τον κίνδυνο που προκαλεί η ίδια η νόσος.

Δυστυχώς τα μέχρι σήμερα (09/21) επίσημα στατιστικά δεδομένα (CoVid19.gov.gr) δείχνουν ότι ως χώρα βρισκόμαστε χαμηλά ως προς το ποσοστό του ανά δήμου πληθυσμού που είναι εμβολιασμένοι. Στην εικόνα φαίνονται τα ποσοστά εμβολιασμού έναντι COVID-19 στην χώρα μας μέχρι τις 4 Αυγούστου 2021 ανά Δήμο.

  0-25%

  25-40%

  40-55%

  55-70%

  70-100%

Καταλήγοντας, τονίζουμε ότι η παρουσία καρδιαγγειακών επιπλοκών λόγω COVID-19 αποτελούν ένα κακό προγνωστικό παράγοντα και ως εκ τούτου η γρήγορη και σωστή αντιμετώπιση περιορίζει τον κίνδυνο. Η διατήρηση των γενικών μέτρων πρόληψης και ο εμβολιασμός συνιστούν προς το παρόν το μόνο τρόπο πρόληψης. Τέλος, σε εξέλιξη είναι κλινικές μελέτες με φάρμακα κατά της COVID-19 με ελπιδοφόρα αρχικά αποτελέσματα.