Όταν μιλάμε για τις επιπτώσεις ενός πολέμου στην υγεία, το μυαλό μας πηγαίνει αναπόφευκτα στους νεκρούς και τους τραυματίες, στους αμάχους που βρίσκονται στο πεδίο των μαχών και στα εκατομμύρια των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Αυτές είναι οι πιο άμεσες και ορατές συνέπειες.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, λιγότερο ορατή διάσταση: ο πόλεμος αλλάζει το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι άνθρωποι και αυτή η επίδραση επηρεάζει την υγεία πολύ μεγαλύτερων πληθυσμών και για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι ένοπλες συγκρούσεις μολύνουν τον αέρα, το νερό και το έδαφος, δημιουργούν τεράστιες ποσότητες επικίνδυνων αποβλήτων, καταστρέφουν συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές, διαταράσσουν την παραγωγή τροφίμων και καταστρέφουν οικοσυστήματα. Ταυτόχρονα, αποδυναμώνουν ή καταστρέφουν τους μηχανισμούς που σε συνθήκες ειρήνης θα μπορούσαν να περιορίσουν αυτές τις επιπτώσεις: την περιβαλλοντική παρακολούθηση, τις δημόσιες υπηρεσίες, τη διακυβέρνηση και το ίδιο το σύστημα υγείας.
Γι’ αυτό και ο αριθμός των ανθρώπων που επηρεάζονται από έναν πόλεμο δεν μπορεί να αποτυπωθεί μόνο στον αριθμό των θυμάτων ή των προσφύγων. Η Επιτροπή για τους Πρόσφυγες των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) υπολογίζει ότι περίπου 120 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως έχουν εκτοπιστεί βίαια εξαιτίας συγκρούσεων και άλλων κρίσεων. Όμως οι πληθυσμοί που ζουν κοντά σε περιοχές ένοπλων συγκρούσεων είναι πολλαπλάσιοι. Εκτιμήσεις βασισμένες σε αναφορές του Ινστιτούτου Ειρήνης στο Όσλο υπολογίζουν ότι περίπου 1,5 δισεκατομύριο άνθρωποι (το ένα πέμπτο της ανθρωπότητας) ζούν σε μία ζώνη 50 χιλιομέτρων από ένοπλες εστίες. Οι περιβαλλοντικές συνέπειες των ένοπλων συγκρούσεων μπορούν να επηρεάσουν πληθυσμούς πέραν των συνόρων μιας χώρας, μέσω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, των υδάτων, της διατάραξης των οικοσυστημάτων και, τελικά, της κλιματικής αλλαγής.
Οι επιπτώσεις των ένοπλων συγκρούσεων
Τα παραδείγματα είναι πολλά και πολύ διαφορετικά. Στην Ουκρανία, η καταστροφή βιομηχανικών εγκαταστάσεων, ενεργειακών υποδομών και του φράγματος της Καχόβκα δημιούργησε εκτεταμένους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Στη Γάζα, η καταστροφή του αστικού περιβάλλοντος έχει αφήσει εκατομμύρια τόνους ερειπίων, τα οποία αποτελούν ταυτόχρονα πηγή σκόνης και πιθανής έκθεσης σε αμίαντο, βαρέα μέταλλα και άλλες επικίνδυνες ουσίες, ενώ έχουν καταρρεύσει βασικά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Στο Ιράκ, οι πυρκαγιές των πετρελαιοπηγών και άλλες στρατιωτικές δραστηριότητες άφησαν μια μακροχρόνια κληρονομιά ρύπανσης. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ο πόλεμος, η εξόρυξη ορυκτών και η καταστροφή των οικοσυστημάτων είναι στενά αλληλένδετα.
Δεν πρόκειται για καινούργιο φαινόμενο. Στον πόλεμο του Βιετνάμ, μεταξύ 1962 και 1971, ο αμερικανικός στρατός χρησιμοποίησε τεράστιες ποσότητες ζιζανιοκτόνων/φυτοφαρμάκων, μεταξύ των οποίων το Agent Orange, που ήταν μολυσμένο με διοξίνη (TCDD), μία από τις πιο τοξικές ουσίες που γνωρίζουμε. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η περιβαλλοντική ρύπανση και οι επιπτώσεις της στην υγεία εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο ανησυχίας. Είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο διαφορετικός μπορεί να είναι ο χρόνος του περιβάλλοντος από τον χρόνο του πολέμου: οι μάχες τελειώνουν, αλλά οι εκθέσεις παραμένουν για δεκαετίες.
Το κλιματικό αποτύπωμα του πολέμου
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που μέχρι πρόσφατα είχε σε μεγάλο βαθμό αγνοηθεί: το κλιματικό αποτύπωμα του πολέμου. Το αποτύπωμα αυτό αρχίζει ήδη πριν από τον πόλεμο, με την παραγωγή και συντήρηση στρατιωτικού εξοπλισμού, οχημάτων, αεροσκαφών, πλοίων και στρατιωτικών υποδομών. Έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό εκτός των διεθνών συστημάτων καταγραφής των εκπομπών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανεπαρκή κάλυψη των στρατιωτικών εκπομπών στο πλαίσιο της Συμφωνίας του Παρισιού. Έχει εκτιμηθεί ότι ο στρατιωτικός τομέας μπορεί να ευθύνεται για περίπου το 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, αν και οι σχετικές εκτιμήσεις εξακολουθούν να έχουν σημαντική αβεβαιότητα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις απαιτούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας και καυσίμων. Καίγονται πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, καταστρέφονται πόλεις και υποδομές και, όταν τελειώσουν οι μάχες, απαιτούνται τεράστιες ποσότητες τσιμέντου, χάλυβα και ενέργειας για την ανοικοδόμηση.
Δημιουργείται έτσι ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος. Η κλιματική αλλαγή, μέσω της ξηρασίας, της λειψυδρίας και της επισιτιστικής ανασφάλειας, μπορεί να επιδεινώνει την αστάθεια σε ήδη ευάλωτες κοινωνίες. Και ο πόλεμος, με τη σειρά του, καταστρέφει υποδομές και οικοσυστήματα, αυξάνει τις εκπομπές, προκαλεί μαζικούς εκτοπισμούς και μειώνει την ικανότητα μιας κοινωνίας να προσαρμοστεί στην κλιματική αλλαγή.
Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι οι περιβαλλοντικές συνέπειες του πολέμου δεν σταματούν με μια εκεχειρία. Η αποκατάσταση του μολυσμένου εδάφους, η ασφαλής διαχείριση των ερειπίων, η αποναρκοθέτηση των αγροτικών περιοχών, η αποκατάσταση του νερού και της αποχέτευσης και η ανοικοδόμηση κατοικιών, μεταφορών και ενεργειακών συστημάτων μπορεί να απαιτήσουν δεκαετίες.
Η ευκαιρία της ανοικοδόμησης
Η ανοικοδόμηση, όμως, μπορεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία. Το ζητούμενο δεν πρέπει να είναι απλώς να ξαναχτιστεί ό,τι υπήρχε πριν από τον πόλεμο. Οι πόλεις και οι υποδομές μπορούν να ανοικοδομηθούν με τρόπους που προστατεύουν καλύτερα την υγεία, μειώνουν τη ρύπανση και είναι περισσότερο ανθεκτικοί στην κλιματική αλλαγή. Έχουμε τέτοια παραδείγματα από την ανοικοδόμηση στο Κουβέιτ και σε κάποιες από τις χώρες στα Βαλκάνια.
Για πολλά χρόνια αντιμετωπίζαμε τον πόλεμο κυρίως ως ανθρωπιστική, πολιτική και στρατιωτική κρίση. Είναι όλα αυτά. Είναι όμως ταυτόχρονα μια τεράστια περιβαλλοντική και υγειονομική κρίση. Και σε έναν κόσμο όπου οι ένοπλες συγκρούσεις αυξάνονται, δεν μπορούμε πλέον να συζητάμε σοβαρά για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία χωρίς να συζητάμε και για τον πόλεμο.
Για αυτόν τον λόγο έχουμε συγκροτήσει, στο πλαίσιο της Διεθνούς Εταιρείας Περιβαλλοντικής Επιδημιολογίας, μια διεθνή επιτροπή για τις επιπτώσεις των ένοπλων συγκρούσεων στην περιβαλλοντική υγεία, της οποίας προεδρεύω μαζί με τη Μαριάνθη Κιουμουρτζόγλου, Ελληνίδα καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Brown στις ΗΠΑ. Φιλοδοξούμε να αναδείξουμε στη διεθνή κοινότητα αυτό το μείζον περιβαλλοντικό πρόβλημα, να αναπτύξουμε μεθόδους για τη μέτρηση της περιβαλλοντικής καταστροφής και των επιπτώσεών της στην ανθρώπινη υγεία και να παράγουμε επιστημονικά τεκμηριωμένα δεδομένα που θα μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη, την αποκατάσταση αλλά και στην απόδοση ευθυνών. Είναι μια φιλόδοξη πρωτοβουλία σε έναν ευαίσθητο τομέα με αναπόφευκτες πολιτικές προεκτάσεις, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι η διεθνής επιστημονική κοινότητα θα ανταποκριθεί.
Διαβάστε επίσης
Ποιο φυτό εσωτερικού χώρου καθαρίζει τον αέρα έως και 90% σε 24 ώρες
Ποια χώρα της Ευρώπης έχει τον πιο βρώμικο αέρα – Η θέση της Ελλάδας
Η ρύπανση από κοκαΐνη των υδάτων επηρεάζει τη συμπεριφορά των σολομών – Μελέτη αποκαλύπτει