Οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος δεν αποτελούν εξ ορισμού διαγνώσεις που απαγορεύουν την απόκτηση διπλώματος οδήγησης. Εάν, όμως, η διαταραχή είναι τόσο σοβαρή ώστε να προκαλεί σημαντικά ελλείμματα στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να αξιολογείται από τις αρμόδιες επιτροπές ότι πρέπει να αποδοθεί στους πάσχοντες ποσοστό αναπηρίας, διαμορφώνονται καταστάσεις ασυμβίβαστες με την απόκτηση άδειας οδήγησης.

Η ιατρική αξιολόγηση για την απόκτηση της τελευταίας προβλέπει εξέταση από παθολόγο-γενικό γιατρό και οφθαλμίατρο (όχι κατ΄ ανάγκη από ψυχίατρο και νευρολόγο). Συνεπώς αν σε αυτή τη φάση αξιολόγησης δημιουργηθεί η διαγνωστική υποψία ύπαρξης διαταραχής από το αυτιστικό, εν προκειμένω, φάσμα ή άλλης αναπτυξιακής διαταραχής ή ψυχιατρικής ή νευρολογικής νόσου, τότε θα πρέπει ο εξεταζόμενος να παραπέμπεται στις Δευτεροβάθμιες Ιατρικές Επιτροπές του Υπουργείου Μεταφορών στις οποίες υπάρχουν γιατροί αναλόγων ειδικοτήτων που μπορούν να κρίνουν εάν το άτομο με τη διάγνωση του αυτισμού, επί παραδείγματι, δύναται ή όχι να οδηγεί.

Αν αναλογιστούμε πως υπάρχουν επιστημονικές μελέτες για τις οδηγικές ικανότητες ατόμων με διαταραχές από το αυτιστικό φάσμα, καθώς και εκπαιδευτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση των συγκεκριμένων ικανοτήτων των ατόμων αυτών, κατανοούμε πως το να εμφανίζει ένας συνάνθρωπός μας μια διάγνωση από το αυτιστικό φάσμα δεν τον καθιστά -αυτομάτως- ακατάλληλο για οδήγηση. Πολλές επιστημονικές μελέτες, μάλιστα, δεν καταγράφουν διαφορές στα παρατηρούμενα λάθη ή στις προσδιοριζόμενες ριψοκίνδυνες οδηγικές συμπεριφορές μεταξύ ατόμων με διαταραχές αυτισμού και «νευροτυπικών» (όπως ονομάζονται οι «φυσιολογικοί», χωρίς παρόμοιές διαγνώσεις) οδηγών.

Άλλες μελέτες που εμφανίζουν τους νέους, κυρίως, οδηγούς με διαταραχές από το αυτιστικό φάσμα να έχουν περισσότερες δυσκολίες στις βασικές ικανότητες οδήγησης και στην οδήγηση υπό περίπλοκες συνθήκες, αναφέρουν επίσης πως οι οδηγοί αυτοί έχουν καλύτερες επιδόσεις σε ζητήματα ασφάλειας που σχετίζονται με την τήρηση της απόστασης από το προπορευόμενο όχημα. Είναι επίσης ενδεικτικό πως οι δυσκολίες στην οδήγηση ατόμων με αυτισμό είναι εντονότερες στα πρώτα χρόνια κτήσης του διπλώματος, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους νέους οδηγούς, ενώ οι όποιες διαφορές στην οδηγική ικανότητα-δυσκολία φαίνεται να απαλείφονται και να εξομοιώνονται καθώς περνούν τα χρόνια εμπειρίας «στο τιμόνι».

Καθώς η κοινωνική ενσωμάτωση και η καταπολέμηση του στίγματος των «διαφορετικών» συνανθρώπων μας (όπως οι πάσχοντες από διαταραχές του αυτιστικού φάσματος) πρέπει να αποτελούν διαρκείς στόχους και της κοινωνίας και της πολιτείας (ή αν προτιμάτε της «κοινωνίας των πολιτών»), κατανοούμε πως η διατύπωση αφορισμών που θα απέκλειαν την κοινωνική αυτή ομάδα από δραστηριότητες, όπως η οδήγηση δεν έχουν θέση στον δημόσιο λόγο. Τουναντίον πρέπει να ενισχύουμε κάθε δραστηριότητά τους που συντελεί στη διαμόρφωση μιας ισορροπημένης καθημερινότητας με ενδιαφέροντα, κανονικό ρυθμό και δυνατότητες συμμετοχής.

Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να παραβλέπεται το συλλογικό, κοινωνικό κεκτημένο της οδικής ασφάλειας, καθώς υψηλό ποσοστό αναπηρίας και οδήγηση δεν πάνε μαζί. Για αυτό και η κάθε περίπτωση ψυχικής ή νευρολογικής νόσου θα πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά ως προς την οδηγική επάρκεια του πάσχοντος.

Γενικά, οι διαταραχές του αυτιστικού φάσματος χαρακτηρίζονται από ελλείμματα στην κοινωνική επικοινωνία και στην κοινωνική αλληλεπίδραση και από στερεότυπες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, δραστηριότητες και ενδιαφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό ίσως μπορούν να εξηγηθούν προβλήματα μη προσαρμογής της συμπεριφοράς του ατόμου σε συγκεκριμένα πραγματολογικά πλαίσια (όπως πχ η συμμόρφωση στις υποδείξεις τον οργάνων που είναι εντεταλμένα για τη διενέργεια αστυνομικού ελέγχου) καθώς και δυσκολίας στην αναγνώριση «αυτού που σκέφτονται οι άλλοι» και συνακόλουθης πρόβλεψης των αντιδράσεών τους, όμως αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει ή να αιτιολογήσει την άσκηση τυφλής και εν τέλει δολοφονικής αστυνομικής βίας.

Οι συνάνθρωποί μας που πάσχουν από ψυχιατρικές ή νευροαναπτυξιακές διαταραχές δεν είναι εκ προοιμίου επικίνδυνοι, ακατάλληλοι για οδήγηση και άξιοι μόνον για συλλήψεις, περιορισμό, καταστολή και κοινωνικό αποκλεισμό. Κάθε περίπτωση και κάθε διάγνωση πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά. Την ίδια στιγμή που ο σεβασμός και προς το έργο της προστασίας της ασφάλειας των πολιτών που επιτελεί η Ελληνική Αστυνομία, φιλτράρεται μέσα από τον τρόπο, τη γνώση και την κοινωνική ευαισθησία και ευθύνη με την οποία τα όργανα της ΕΛ.ΑΣ. ανταποκρίνονται στο έργο αυτό και στην υψηλή τους αποστολή, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού μας, όπως για παράδειγμα οι συνάνθρωποί μας με αναπτυξιακές ή ψυχιατρικές διαταραχές.

Διαβάστε επίσης

Αυτισμός: Το σημείο του προσώπου που αποκαλύπτει νωρίς τη διαταραχή

Αυτισμός: Η εξέταση ρουτίνας που εντοπίζει έγκαιρα τη διαταραχή

Αυτισμός: Ποιες άλλες διαταραχές παρουσιάζουν 3 στα 4 παιδιά που είναι στο φάσμα