Στις αρχές του 2025, περίπου 1.200 ανήλικοι ζούσαν σε ιδρύματα παιδικής προστασίας στη χώρα. Σε αυτούς προστίθενται δεκάδες νέοι που ενηλικιώθηκαν εντός των δομών και παραμένουν εκεί επειδή το κράτος αρνείται να τους εξασφαλίσει μια βιώσιμη μετάβαση στην ενήλικη ζωή. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν απλώς μια κοινωνική παθογένεια. Αποκαλύπτουν ένα μοντέλο παιδικής προστασίας που βασίζεται στον εγκλεισμό ως κανονικοποιημένη απάντηση στην παιδική φτώχεια, την κακοποίηση, την εγκατάλειψη και την απίσχναση του κοινωνικού κράτους.
Η ιδρυματική φροντίδα στην Ελλάδα δεν λειτουργεί ως προσωρινό μέτρο έκτακτης ανάγκης. Λειτουργεί ως μόνιμος μηχανισμός αποθήκευσης παιδιών, για τα οποία δεν προβλέφθηκε ποτέ μια εναλλακτική διαδρομή που να διασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών. Τα περισσότερα ιδρύματα στερούνται ενιαίων προδιαγραφών, σταθερής στελέχωσης και ουσιαστικής εποπτείας, όχι τυχαία, αλλά ως αποτέλεσμα χρόνιας υποχρηματοδότησης και ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής πολιτικής. Η καθημερινότητα των παιδιών οργανώνεται γύρω από πειθαρχικές ρουτίνες, συλλογικούς κανόνες και έναν διαρκή έλεγχο που ακυρώνει την ατομικότητα, την ιδιωτικότητα και την αυτονομία. Το παιδί μαθαίνει να υπακούει, όχι να επιλέγει. Να προσαρμόζεται, όχι να διεκδικεί. Να υπομένει, όχι να ονειρεύεται.
Οι συνέπειες αυτής της εμπειρίας είναι βαθιές και μακροχρόνιες. Η έλλειψη σταθερών συναισθηματικών δεσμών, η συχνή εναλλαγή προσωπικού και η απουσία ενός ενήλικα αναφοράς υπονομεύουν τη συναισθηματική ανάπτυξη και την ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών. Η ιδρυματοποίηση δεν είναι ουδέτερη· παράγει τραύμα, εξάρτηση και κοινωνική αορατότητα. Πρόκειται για έναν μηχανισμό πειθάρχησης των πιο ευάλωτων σωμάτων, που μαθαίνουν από νωρίς ότι η φτώχεια τους τα καθιστά διαχειρίσιμα. Όταν το παιδί ενηλικιώνεται, το σύστημα το εγκαταλείπει σχεδόν ακαριαία, χωρίς στέγη, χωρίς υποστήριξη, χωρίς κοινωνικό κεφάλαιο. Έτσι, ο ιδρυματικός εγκλεισμός μετατρέπεται σε προθάλαμο φτώχειας, επισφάλειας, κινδύνων παραβατικότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Την ίδια στιγμή, οι πολιτικές εναλλακτικής φροντίδας παραμένουν περιορισμένες και άνισα κατανεμημένες. Εργαλειοποιούνται ως πολιτικά πυροτεχνήματα από τις κυβερνήσεις με εξόχως επιδερμικό πλαίσιο εφαρμογής. Παρά την ψήφιση του Ν. 4538/2018, η αναδοχή και η υιοθεσία δεν κατόρθωσαν να λειτουργήσουν, μέχρι σήμερα, ως πραγματική εναλλακτική στον εγκλεισμό. Οι ολοκληρωμένες αναδοχές παραμένουν ελάχιστες σε σχέση με τον αριθμό των παιδιών στα ιδρύματα, ενώ η τεκνοθεσία αφορά κυρίως μικρά παιδιά, αφήνοντας εκτός τα μεγαλύτερα, τα παιδιά με αναπηρίες και εκείνα με σύνθετες ανάγκες. Έτσι, συγκροτείται μια σιωπηρή αλλά απολύτως ταξική ιεράρχηση αξίας των παιδιών: Κάποια θεωρούνται «επενδύσιμα» και «αποκαταστάσιμα», ενώ άλλα καταδικάζονται σε μόνιμη ιδρυματική διαβίωση.
Το βιβλίο «Στέγαση και Παιδική Προστασία. Η Ψευδεπίγραφη Αποϊδρυματοποίηση» (εκδόσεις Τόπος) αναδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Η υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών, η γραφειοκρατική καθυστέρηση στην άρση της γονικής μέριμνας, οι αποτυχημένες αναδοχές και η επιστροφή παιδιών στα ιδρύματα δεν είναι ατυχήματα. Είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα ενός κράτους που επενδύει περισσότερο στη διαχείριση της κοινωνικής περιθωριοποίησης παρά στην πρόληψή της. Αντί να ενισχύονται οι οικογένειες πριν την κατάρρευση, το κράτος παρεμβαίνει κατασταλτικά, αφαιρώντας το παιδί και μεταφέροντας το πρόβλημα σε μια κλειστή δομή, μακριά από το δημόσιο βλέμμα. Αδιαφορεί για το αν η τοποθέτηση του παιδιού σε ίδρυμα είναι περισσότερο καταστροφική από το βλαπτικό οικογενειακό περιβάλλον που αποσπάστηκε.
Η αποϊδρυματοποίηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε εξαγγελίες και πιλοτικά προγράμματα. Απαιτεί ρήξη με το ιδρυματοκεντρικό μοντέλο και με τη λογική της ελάχιστης κοινωνικής ευθύνης. Απαιτεί μαζική επένδυση σε κοινοτικές υπηρεσίες, ουσιαστική στήριξη της αναδοχής με επιστημονική παρακολούθηση, ανάπτυξη μικρών δομών ημιαυτόνομης διαβίωσης και, κυρίως, πολιτικές πρόληψης που θα κρατούν τα παιδιά στις οικογένειες και τις κοινότητές τους. Χωρίς αυτά, τα ιδρύματα θα συνεχίσουν να γεμίζουν και οι ζωές των παιδιών να αναστέλλονται επ’ αόριστον.
Το ερώτημα δεν είναι αν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει. Γνωρίζουμε. Το ερώτημα είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να συγκρουστούμε με ένα σύστημα που έχει μάθει να θεωρεί τον εγκλεισμό κανονικότητα και την παιδική φτώχεια αναλώσιμη. Το ίδρυμα παραμένει η κυρίαρχη λύση γιατί εξυπηρετεί ένα μοντέλο χαμηλού κόστους και χαμηλής πολιτικής έκθεσης το οποίο συμπορεύεται με κατεστημένα συμφέροντα των φιλανθρωπικών και εκκλησιαστικών δομών. Η παιδική προστασία, όμως, δεν είναι ουδέτερη διοικητική λειτουργία. Είναι πολιτική πρακτική με μετρήσιμες συνέπειες στις ζωές των παιδιών. Και αυτές οι συνέπειες έχουν υπογραφή.
Διαβάστε επίσης
Οκτώ σημάδια ναρκισσισμού στους γονείς – Πώς επηρεάζουν την ανατροφή του παιδιού
Παιδική κακοποίηση: 4.000 θύματα κάθε χρόνο – Τα ανησυχητικά σημάδια