Sponsored Content 


Η συνεχής αύξηση των δαπανών υγείας αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο που απασχολεί όλα τα συστήματα υγείας, ανεξαρτήτως δομής και φιλοσοφίας. Οι βασικές αιτίες αυτής της αύξησης είναι πολυπαραγοντικές:

  • η δημογραφική γήρανση,
  • η αύξηση της νοσηρότητας με νέες και χρόνιες ασθένειες, καθώς και
  • η εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης και τεχνολογίας, που οδηγεί σε ακριβότερες διαγνωστικές και θεραπευτικές μεθόδους.

Αυτές οι εξελίξεις δημιουργούν διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας, ενώ ταυτόχρονα αυξάνουν το κόστος παροχής τους.

Η μεγαλύτερη, λοιπόν, πρόκληση για κάθε σύστημα υγείας είναι η εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών και να ενσωματώνει τις νέες κατακτήσεις της ιατρικής επιστήμης. Οι πηγές χρηματοδότησης των δαπανών υγείας διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αλλά συνήθως περιλαμβάνουν τη φορολογία, τις εισφορές στα Ταμεία Ασφάλισης και τις ιδιωτικές πληρωμές, είτε απευθείας από τους πολίτες, είτε μέσω ιδιωτικής ασφάλισης.

Στην Ελλάδα, το σύστημα υγείας θεμελιώνεται θεωρητικά στις αρχές της καθολικότητας, της ισότητας και της αλληλεγγύης, με στόχο τη μείωση της οικονομικής αβεβαιότητας των πολιτών σε θέματα υγείας. Ωστόσο, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία που δημοσίευσε τον προηγούμενο Νοέμβριο η Eurostat, τα οποία αφορούν στο 2023, δείχνουν για άλλη μια φορά ότι το ελληνικό σύστημα παρουσιάζει δομικές αδυναμίες ως προς την εκπλήρωση αυτών των αρχών.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Αρχή, το 2023 η χρηματοδότηση της συνολικής δαπάνης υγείας στην Ελλάδα προήλθε κατά:

  • 28,6% από το κράτος,
  • 32,3% από την κοινωνική ασφάλιση (ΕΦΚΑ/ΕΟΠΥΥ),
  • 34,6% απευθείας από τους πολίτες (out-of-pocket) και
  • μόλις 4,5% από την ιδιωτική ασφάλιση, την οποία διαθέτει λιγότερο από 20% του πληθυσμού.

Μάλιστα, με βάση τα τελευταία συγκριτικά στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις πρώτες θέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς το ποσοστό της ιδιωτικής δαπάνης υγείας (out-of-pocket), δηλαδή των άμεσων πληρωμών των νοικοκυριών για υπηρεσίες υγείας που δεν καλύπτονται από το δημόσιο σύστημα ή την κοινωνική ασφάλιση. Το 34,3% των συνολικών δαπανών υγείας στην Ελλάδα που καλύπτεται απευθείας από τα νοικοκυριά, αντιπαραβάλλεται από την Εurostat, αλλά και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, με το 14,6% που είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνδέεται με περιορισμένη δημόσια κάλυψη, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένο οικονομικό βάρος για τους Έλληνες πολίτες και σε φαινόμενα «υγειονομικής φτωχοποίησης». Επιπλέον, η Eurostat επισημαίνει ότι πάνω από το 21% των ενηλίκων στην Ελλάδα δηλώνει πως δεν πραγματοποιεί αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις ή θεραπείες λόγω οικονομικών εμποδίων, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη.

Διαβάζοντας την έκθεση της Eurostat και τα μεγέθη που δημοσιεύει, γίνεται αντιληπτό ότι το υφιστάμενο μείγμα χρηματοδότησης καθιστά το πορτοφόλι του Έλληνα πολίτη σημαντικό πυλώνα του συστήματος υγείας, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις αξιακές αρχές του συστήματος. Η υψηλή ιδιωτική συμμετοχή υποδηλώνει την ύπαρξη ασφαλιστικού κενού, το οποίο, αναπόφευκτα, δημιουργεί ανισότητες και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η βελτιστοποίηση του χρηματοδοτικού μείγματος αποτελεί κλειδί για τη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η ιδιωτική ασφάλιση έχει αναγνωριστεί ως συμπληρωματικός πυλώνας, συμβάλλοντας στη μείωση των ιδιωτικών πληρωμών και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Για παράδειγμα, σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Γερμανία, η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί είτε ως συμπληρωματική της κοινωνικής είτε ως υποκατάστατη, με αποτέλεσμα οι ιδιωτικές δαπάνες να είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με την Ελλάδα.

Ειδικότερα, στη Γαλλία και στο Βέλγιο, η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση καλύπτει ένα σαφώς καθορισμένο, από άποψη είδους και ορίων κάλυψής τους, πακέτο υπηρεσιών υγείας, ενώ η ιδιωτική ασφάλιση αναλαμβάνει την κάλυψη των συμμετοχών των ασθενών που προβλέπονται στο βασικό πακέτο της κοινωνικής ασφάλισης, όπως και των υπερβάσεων των ορίων κάλυψης, αλλά και πρόσθετες παροχές που δεν παρέχονται από την κοινωνική ασφάλιση.

Στη Γερμανία, η ιδιωτική ασφάλιση έχει διττό ρόλο: Λειτουργεί τόσο ως υποκατάσταση της δημόσιας ασφάλισης, όσο και συμπληρωματική. Στην περίπτωση της υποκατάστασης, πολίτες από ένα εισοδηματικό κλιμάκιο και πάνω έχουν την δυνατότητα να επιλέξουν αν θα καλύπτονται για το θεσμοθετημένο βασικό πακέτο καλύψεων υγείας από την δημόσια ασφάλιση υγείας ή από ιδιωτικό ασφαλιστικό φορέα. Στην ίδια χώρα, η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί όμως και ως συμπληρωματική για υπηρεσίες μη περιεχόμενες στο θεσμοθετημένο βασικό πακέτο παροχών και για καλύτερες συνθήκες νοσηλείας και ταχύτερη πρόσβαση.

Αντίθετα, στην Ολλανδία το βασικό πακέτο ασφαλιστικών καλύψεων υγείας παρέχεται υποχρεωτικά από την ιδιωτική ασφάλιση, που λειτουργεί υπό αυστηρή κρατική ρύθμιση ώστε να εξασφαλίζεται καθολική πρόσβαση και ισότητα. Οι πολίτες μπορούν να προσθέσουν προαιρετικά συμπληρωματικά πακέτα για υπηρεσίες εκτός του βασικού πλαισίου. Συνολικά, στις τέσσερις χώρες η ιδιωτική ασφάλιση δεν υποκαθιστά την κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά ενισχύει την ποιότητα και την ευελιξία της φροντίδας, μειώνοντας τις οικονομικές επιβαρύνσεις και προσφέροντας επιλογές που βελτιώνουν την εμπειρία του ασθενούς.

Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για το χρηματοδοτικό μείγμα της υγείας των χωρών αυτών και της πατρίδας μας, όπως προκύπτουν από την επεξεργασία των δεδομένων που δημοσιεύθηκαν από την Eurostat για το 2023.

Στην Ελλάδα, όπως φαίνεται, η ιδιωτική ασφάλιση υγείας δεν έχει κάποιο ρόλο στο θεσμοθετημένο ασφαλιστικό σύστημα. Αντίθετα, η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί ως διπλή κάλυψη, χωρίς να μειώνει ουσιαστικά τις ιδιωτικές δαπάνες. Δηλαδή, οι πολίτες που αγοράζουν ιδιωτική ασφάλιση το κάνουν για να εξασφαλίσουν άμεση πρόσβαση σε ιδιωτικές νοσηλευτικές δομές, οι οποίες είναι απαγορευτικές από άποψη κόστους για την πλειοψηφία, ακόμα και με χρήση της κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι, αυτοί οι πολίτες ουσιαστικά «διπλοπληρώνουν» για υπηρεσίες που θεωρητικά καλύπτονται ήδη από το δημόσιο σύστημα και την κοινωνική τους ασφάλιση.

Όπως και στις παραπάνω χώρες, η προώθηση του συμπληρωματικού ρόλου της ιδιωτικής ασφάλισης μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης για το ασφαλιστικό κενό στην υγεία. Η επίσημη συμμετοχή της ως συμπληρωματικής στην ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει το δημόσιο σύστημα και ο ΕΟΠΥΥ, θα μπορούσε να μειώσει το άμεσο οικονομικό βάρος στους πολίτες, να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του συστήματος και να προσφέρει στο σύνολο του πληθυσμού βέβαιη και ευκολότερη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας.

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι είναι απαραίτητο να υπάρξει διάλογος μεταξύ Πολιτείας, ασφαλιστικών εταιρειών και κοινωνίας για τον καθορισμό του βέλτιστου σχήματος συνεργασίας. Στόχος όλων των πλευρών οφείλει να αποτελέσει η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η προστασία της υγείας των πολιτών.