Η επίδραση της ορμονοθεραπείας κατά την εμμηνόπαυση στην καρδιαγγειακή υγεία αποτελεί εδώ και δεκαετίες πεδίο έντονης συζήτησης. Νέα μακροχρόνια μελέτη δείχνει ότι ένας παράγοντας μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία: Το πότε ξεκινά η θεραπεία. Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine, γυναίκες με εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις που άρχισαν ορμονική θεραπεία κατά την περιεμμηνόπαυση ή στις αρχές της μετεμμηνόπαυσης είχαν 22% χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών επεισοδίων σε σύγκριση με γυναίκες με αντίστοιχα συμπτώματα που δεν ξεκίνησαν θεραπεία.
Η συσχέτιση ήταν ισχυρότερη όταν η θεραπεία άρχιζε εντός 10 ετών από την έναρξη της εμμηνόπαυσης. Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη είναι παρατηρητική και δεν αποδεικνύει ότι η ορμονοθεραπεία προλαμβάνει τις καρδιαγγειακές παθήσεις.
Γιατί έχει σημασία ο χρόνος έναρξης
Οι εξάψεις και οι νυχτερινές εφιδρώσεις, γνωστές ως αγγειοκινητικά συμπτώματα, επηρεάζουν έως και το 80% των γυναικών κατά την εμμηνοπαυσιακή μετάβαση και μπορεί να διαρκέσουν κατά μέσο όρο 7 έως 10 χρόνια. Εκτός από την ενόχληση, μπορούν να επηρεάσουν τον ύπνο, την ποιότητα ζωής και την καθημερινή λειτουργικότητα.
Η ορμονική θεραπεία, με οιστρογόνα και, όταν χρειάζεται, προγεστερόνη, παραμένει η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των συμπτωμάτων. Η ασφάλειά της, όμως, αμφισβητήθηκε έντονα μετά τα αποτελέσματα της Women’s Health Initiative στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα οποία είχαν συνδέσει τη θεραπεία με πιθανούς κινδύνους για καρδιοπάθεια, εγκεφαλικό και καρκίνο του μαστού.
Μεταγενέστερες μελέτες έδειξαν ότι η σχέση είναι πιο σύνθετη και ότι η ηλικία και η χρονική απόσταση από την εμμηνόπαυση ενδέχεται να επηρεάζουν την ισορροπία οφέλους και κινδύνου. Το 2026, ο FDA κατάργησε τις προειδοποιήσεις από τα προϊόντα ορμονικής θεραπείας, στο πλαίσιο της αναθεώρησης των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Οι ερευνητές από το Virginia Commonwealth University και το University of Pittsburgh ανέλυσαν στοιχεία περισσότερων από 2.700 γυναικών της μακροχρόνιας μελέτης SWAN, τα οποία συλλέχθηκαν από το 1997 έως το 2017. Όλες οι γυναίκες είχαν αγγειοκινητικά συμπτώματα και δεν είχαν προηγούμενο καρδιαγγειακό επεισόδιο. Οι επιστήμονες συνέκριναν όσες ξεκίνησαν ορμονική θεραπεία με όσες δεν το έκαναν και παρακολούθησαν την εμφάνιση εμφράγματος, εγκεφαλικού, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και επεμβάσεων επαναγγείωσης.
Συνολικά, η έναρξη θεραπείας στην περιεμμηνόπαυση ή την πρώιμη μετεμμηνόπαυση συνδέθηκε με 22% χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Όταν η θεραπεία ξεκινούσε εντός 10 ετών από την εμμηνόπαυση, η εκτιμώμενη μείωση έφθανε το 27%. Αντίθετα, δεν διαπιστώθηκε σαφές όφελος όταν η θεραπεία ξεκινούσε περισσότερα από 10 χρόνια αργότερα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αλλαγές στα αιμοφόρα αγγεία μπορεί να παίζουν ρόλο, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη σαφής εξήγηση.
Δεν αποτελεί θεραπεία πρόληψης
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι οι γυναίκες που επιλέγουν ορμονοθεραπεία μπορεί να διαφέρουν από εκείνες που δεν την επιλέγουν ως προς την πρόσβαση στην περίθαλψη, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιαγγειακή υγεία. Παράλληλα, τα πιθανά οφέλη πρέπει να σταθμίζονται έναντι των δυνητικών κινδύνων της μακροχρόνιας χρήσης, όπως ο αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του μαστού.
Επομένως, τα αποτελέσματα δεν υποστηρίζουν τη χορήγηση ορμονικής θεραπείας, ειδικά για την πρόληψη καρδιοπαθειών. Αντίθετα, ενισχύουν την άποψη ότι οι επιδράσεις της μπορεί να εξαρτώνται τόσο από το ποια γυναίκα τη λαμβάνει, όσο και από το πότε ξεκινά. Οι ερευνητές ζητούν τώρα τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σε γυναίκες μέσης ηλικίας με αγγειοκινητικά συμπτώματα, ώστε να διευκρινιστεί εάν οι καρδιαγγειακές διαφορές οφείλονται πράγματι στην ορμονοθεραπεία και ποιες γυναίκες ενδέχεται να ωφελούνται περισσότερο.
Διαβάστε επίσης
Στα 50 δεν τελειώνει τίποτα – Η αλήθεια για την εμμηνόπαυση και τη γήρανση
Η εμμηνόπαυση πριν τα 40 αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης
Εμμηνόπαυση: Οι ωοθήκες δεν «σιωπούν» μετά το τέλος της γονιμότητας – Ποιον ρόλο αναλαμβάνουν