Ο ιός του Δυτικού Νείλου αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες αναδυόμενες ιογενείς λοιμώξεις στην Ευρώπη, επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, παθολόγος- καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Όπως επισημαίνει η ίδια, αν και η πλειονότητα των λοιμώξεων είναι ασυμπτωματική και ένα μικρό ποσοστό εκδηλώνεται ως εμπύρετη νόσος με κεφαλαλγία και μυϊκά άλγη, λιγότερο από 1% των λοιμώξεων, σύμφωνα και με τον ΕΟΔΥ, «εξελίσσεται σε νευροδιεισδυτική νόσο, με προσβολή δηλαδή του κεντρικού νευρικού συστήματος».

Παρά τη σχετικά χαμηλή πιθανότητα εμφάνισής της, η σοβαρή αυτή κλινική εικόνα οδηγεί σε σημαντική θνητότητα, σε ανάγκη νοσηλείας σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και σε ορισμένες περιπτώσεις σε μακροχρόνιες νευρολογικές και νευροψυχολογικές επιπλοκές, τονίζει η κ. Ψαλτοπούλου.

Σύμφωνα με το ECDC, ο ιός του Δυτικού Νείλου κυκλοφορεί το 2026 σε 9 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Βαλκανικών χωρών, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Ο ιός αυτός απασχολεί και τα διεθνή, έγκριτα επιστημονικά περιοδικά την τελευταία διετία επανειλημμένως με νεότερα δεδομένα, εξηγεί η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ, προσθέτοντας πως «Το γενικό μήνυμα είναι ότι ο ιός αυτός αντιμετωπίζεται πλέον ως αυξανόμενη και γεωγραφικά επεκτεινόμενη απειλή στην Ευρώπη, με σημαντικό ρόλο τον συσχετισμό του κλίματος, των ξενιστών (όπως του πληθυσμού των κουνουπιών), του ανθρώπου, καθώς και του αστικού και οικολογικού περιβάλλοντος».

Ποιοι έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν βαριά με μηνιγγοεγκεφαλίτιδα;

Σε μεγάλη μελέτη στις ΗΠΑ (JAMA, 2025) που αναλύθηκαν τα δεδομένα (2013-2024) ως προς τους παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσο φάνηκε ότι μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν βαριά είναι τα άτομα που έχουν μολυνθεί από τον ιό και ταυτόχρονα διαγιγνώσκονται με σκλήρυνση κατά πλάκας, διαταραχές σχετιζόμενες με αλκοόλ ή με χορήγηση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας, αναφέρει η κ. Ψαλτοπούλου και προσθέτει πως «το αρσενικό φύλο, η διάγνωση με αιματολογική κακοήθεια ή με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή με χρόνια νεφρική νόσο ή με υπέρταση αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες για την εμφάνιση μηνιγγοεγκεφαλίτιδας».

Όμως, όπως λέει, «η αύξηση της ηλικίας ήταν πολύ επιβαρυντική, γι’ αυτό και σύμφωνα με τα φετινά δεδομένα του ΕΟΔΥ, οι θάνατοι που καταγράφησαν ήταν σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών (διάμεση ηλικία θανόντων 82 έτη: 66-91 έτη)».

Ποια είναι η κλινική εικόνα της βαρύτερης μορφής με προσβολή του κεντρικού νευρικού συστήματος;

Σε συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 47 μελετών στο Annals of Neurology (2025) πυρετός καταγράφηκε στο 88% των περιστατικών, ναυτία ή έμετος στο 58% και κόπωση στο 50%. Από τις νευρολογικές εκδηλώσεις, κεφαλαλγία παρατηρήθηκε περίπου στο 50%, διαταραχή νοητικής κατάστασης στο 39% και εστιακή μυϊκή αδυναμία στο 32%. Σημαντικό εύρημα ήταν ότι 42% των ασθενών χρειάστηκαν νοσηλεία σε ΜΕΘ, ενώ συνολική θνητότητα υπολογίστηκε σε 9,2%, επισημάνει η καθηγήτρια.

«Η ίδια μετα-ανάλυση παρέχει ιδιαίτερα χρήσιμα δεδομένα για την πρόγνωση. Η χρόνια νεφρική νόσος συσχετίστηκε με περίπου με εξαπλάσιο κίνδυνο θανάτου (OR 5,99), η υπέρταση με περίπου τετραπλάσιο κίνδυνο (OR 4,01) και ο σακχαρώδης διαβήτης με υπερδιπλάσιο κίνδυνο (OR 2,43). Τα αποτελέσματα ενισχύουν την άποψη ότι οι συννοσηρότητες έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση του τελικού κινδύνου του ατόμου που νοσεί από τον ιό αυτό», καταλήγει η κ. Ψαλτοπούλου .

Σε άλλη μετα-ανάλυση 4.000 ασθενών από 39 μελέτες (Int. J. ofInfectious Diseases, 2026) φάνηκε ότι η συνολική θνητότητα των κλινικά αναγνωρισμένων περιστατικών ήταν 6%, αλλά στους ασθενείς που εισήχθησαν στη ΜΕΘ προσέγγιζε το 62%, δείχνοντας πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πρόγνωση στις διάφορες μορφές.

«Σύμφωνα με το επιστημονικό περιοδικό JAMA (2025), η θνητότητα είναι περίπου 10% γι’ αυτή την σοβαρή μορφή, αλλά φτάνει περίπου στο 20% σε άτομα 70 ετών και άνω, και στο 30-40% σε βαριά ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς», λέει η ίδια στο ΑΠΕ -ΜΠΕ, ενώ τονίζει πως από τους ασθενείς που νοσηλεύτηκαν, σε ικανό ποσοστό παρέμειναν μακροχρονίως κόπωση, αδυναμία, μυαλγία, απώλεια μνήμης και κατάθλιψη.

Μετά την ύφεση της νόσου μπορεί να παραμείνει κάποια συμπτωματολογία;

Η ίδια μετα-ανάλυση δείχνει ότι σημαντικό ποσοστό επιζώντων παρουσιάζει επίμονα συμπτώματα μετά τη νοσηλεία. Η κόπωση αναφέρθηκε στο 37-75%, προβλήματα μνήμης στο 11-57%, δυσκολίες συγκέντρωσης στο 17-48% και συμπτώματα κατάθλιψης στο 17-38%. Επομένως, η πραγματική επιβάρυνση δεν αποτυπώνεται πλήρως μόνο από τη νοσηρότητα και θνητότητα της οξείας φάσης , επισημαίνει η κ. Ψαλτοπούλου.

Υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία;

Μία από τις πλέον πρόσφατες ανασκοπήσεις στο Reviews in Medical Virology (2026) εξετάζει ειδικά τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. «Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο ειδικό αντιικό φάρμακο ούτε εγκεκριμένο ανθρώπινο εμβόλιο. Η αντιμετώπιση παραμένει κυρίως υποστηρικτική, με διαχείριση της αναπνευστικής ανεπάρκειας, των επιληπτικών κρίσεων, των διαταραχών υγρών και ηλεκτρολυτών και των άλλων επιπλοκών της εγκεφαλίτιδας. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν σαφές όφελος επιβίωσης από κορτικοστεροειδή, ενώ η ριμπαβιρίνη δεν συνιστάται λόγω ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας. Γίνεται έρευνα για μονοκλωνικά αντισώματα, αλλά μέχρι σήμερα η συμπτωματική αγωγή είναι η καθιερωμένη.

Επομένως το σημαντικότερο στοιχείο για τη νόσηση από ιό του Δυτικού Νείλου είναι η πρόληψη σε επίπεδο πολιτείας, όσο και ατομικά, έτσι ώστε να αποφευχθεί η μεταφορά του ιού μέσω των μολυσμένων κουνουπιών», αναφέρει και επισημαίνει πως η ευρωπαϊκή διάσταση και επιβάρυνση είναι πλέον εμφανής και η πολυπαραγοντικότητα και η πολυπλοκότητα πρόληψης και αντιμετώπισης όλων αυτών των οικολογικών συσχετισμών για την αποτελεσματική μείωση των περιστατικών του ιού του Δυτικού Νείλου στη χώρα μας, και ευρωπαϊκά, αποτελεί άλλο ένα θέμα δημόσιας υγείας προς συλλογική αντιμετώπιση.

Διαβάστε επίσης

Εγκεφαλίτιδα από ένα «ασήμαντο» τσίμπημα κουνουπιού – Ο Δημήτρης Χατζηγεωργίου μιλά για τον ιό του Δυτικού Νείλου

Ιός Δυτικού Νείλου: Έντονη κυκλοφορία σε 5 Περιφέρειες – Προειδοποίηση ΕΟΔΥ για νέα αύξηση κρουσμάτων

Κουνούπια: Μεγαλύτερη επαγρύπνηση για τον έλεγχο μεταδοτικών λοιμώξεων ζητά η Ευρώπη