Η απώλεια ενός γονέα, με οποιαδήποτε μορφή κι αν συμβεί, αφήνει ένα βαθύ αποτύπωμα στην ψυχική υγεία ενός παιδιού. Σύμφωνα με νέα μεγάλη μελέτη από το Πανεπιστήμιο Curtin, όσα παιδιά βιώσουν τον θάνατο ενός γονέα, τον χωρισμό ή την απουσία ενός γονέα λόγω κράτησης έχουν περίπου διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποια ψυχική διαταραχή σε σύγκριση με όσα ζουν και με τους δύο βιολογικούς γονείς τους.

Συγκεκριμένα, το 21,4% των παιδιών που είχαν βιώσει κάποια μορφή γονεϊκής απώλειας παρουσίαζε διαταραχή όπως άγχος, κατάθλιψη ή ΔΕΠΥ, έναντι 10,8% στην ομάδα χωρίς αντίστοιχη εμπειρία.

Ο θάνατος η μεγαλύτερη πληγή

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Australian Journal of Psychology, βασίστηκε σε στοιχεία από περισσότερα από 6.300 νοικοκυριά στην Αυστραλία με παιδιά ηλικίας 4 έως 17 ετών. Όπως διαπιστώθηκε, από όλες τις μορφές απώλειας, ο θάνατος ενός γονέα συνδέθηκε με το υψηλότερο ποσοστό ψυχικών διαταραχών. Για τα παιδιά που είχαν χάσει έναν γονέα από θάνατο, το ποσοστό έφτανε το 28,8%, έναντι 13,7% στα παιδιά που δεν είχαν βιώσει αντίστοιχη απώλεια.

Η μελέτη έδειξε ότι και ο χωρισμός των γονέων σχετίζεται με μεγαλύτερη πιθανότητα ψυχικών δυσκολιών. Μεταξύ των παιδιών των οποίων οι γονείς είχαν χωρίσει, το 20,2% είχε κάποια ψυχική διαταραχή, έναντι 11,9% στα παιδιά των οποίων οι γονείς δεν είχαν χωρίσει.

Αντίστοιχα, όταν ένας γονέας βρισκόταν υπό κράτηση, το ποσοστό ψυχικών διαταραχών ήταν 21,9%, έναντι 13,9% στα παιδιά χωρίς αυτή την εμπειρία. Συνολικά, τα παιδιά που δεν ζούσαν και με τους δύο βιολογικούς γονείς εμφάνιζαν ποσοστό ψυχικών διαταραχών 21,3%, σχεδόν διπλάσιο από το 10,8% των παιδιών που ζούσαν και με τους δύο.

Τα στοιχεία συνολικά αναδεικνύουν ότι η εμπειρία της γονεϊκής απώλειας δεν είναι σπάνια. Μέχρι την ηλικία των 17 ετών, το 31,8% των παιδιών είχε βιώσει τον χωρισμό των γονιών του, το 2,5% είχε χάσει έναν βιολογικό γονέα από θάνατο και το 0,3% είχε γονέα υπό κράτηση. Συνολικά, το 37,8% των παιδιών δεν ζούσαν και με τους δύο βιολογικούς γονείς.

«Η γονεϊκή απώλεια είναι πιο συχνή απ’ όσο συνειδητοποιούν πολλοί άνθρωποι και έχει σαφή και μετρήσιμη επίδραση στην ψυχική υγεία των παιδιών», ανέφερε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, καθηγήτρια Lauren Breen. Όπως εξήγησε, ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά οι συνέπειες μπορεί να είναι εντονότερες. «Η μελέτη ενισχύει τα μακροχρόνια στοιχεία που δείχνουν ότι το πένθος για την απώλεια ενός γονέα είναι μία από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο προβλημάτων ψυχικής υγείας», σημείωσε.

Η έγκαιρη υποστήριξη κάνει τη διαφορά

Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι κάθε παιδί που βιώνει απώλεια θα αναπτύξει ψυχική διαταραχή. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών και η πρόσβαση σε κατάλληλη υποστήριξη.

Η καθηγήτρια Breen επισημαίνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλές οικογένειες στην αντιμετώπιση του πένθους: «Τα παιδιά που πενθούν και οι οικογένειές τους συχνά αντιμετωπίζουν εμπόδια όπως οι μεγάλες λίστες αναμονής, το υψηλό κόστος και η έλλειψη ενημέρωσης για το πού μπορούν να ζητήσουν βοήθεια», σημείωσε.

Κατά την ίδια, τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για καλύτερη αναγνώριση των παιδιών που βιώνουν γονεϊκή απώλεια, αλλά και για ευκολότερη πρόσβαση σε τεκμηριωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ψυχολογικές θεραπείες και οικογενειακά προγράμματα υποστήριξης. «Το να κατανοήσουμε πόσο συχνή είναι η γονεϊκή απώλεια είναι μόνο το πρώτο βήμα. Τώρα χρειάζεται να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά που περνούν αυτές τις εμπειρίες αναγνωρίζονται έγκαιρα και συνδέονται με την υποστήριξη που χρειάζονται», κατέληξε.

Διαβάστε επίσης

Πώς επηρεάζεται το παιδί από την αποξένωση των γονιών

Ζήσατε το διαζύγιο των γονιών σας; Ποιος σοβαρός κίνδυνος υγείας σας απειλεί στην ενήλικο ζωή

Διαζύγιο πριν το παιδί γίνει έξι ετών: Γιατί είναι καλύτερα οι γονείς να το καθυστερήσουν