*Γράφει η κυρία Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, Επ. Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας, Θεραπευτική Κλινική, Νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

Νέα ανασκόπηση στο Cell Metabolism επαναπροσδιορίζει την έννοια της ινσουλινοαντίστασης και θέτει στο επίκεντρο τη μεταβολική προσαρμογή στη χρόνια θρεπτική περίσσεια. Η νέα δημοσίευση προτείνει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και εννοιολογικά διευρυμένη θεώρηση της παθοφυσιολογίας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2), αμφισβητώντας την αντίληψη ότι η ινσουλινοαντίσταση αποτελεί από την αρχή μια αποκλειστικά παθολογική διαταραχή.
Ο ΣΔ2 αποτελεί το τελικό αποτέλεσμα μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης μεταξύ γενετικής προδιάθεσης, παχυσαρκίας, χρόνιας ενεργειακής περίσσειας, διαταραχής του μεταβολισμού των λιπιδίων και προοδευτικής δυσλειτουργίας πολλαπλών οργάνων και ιστών. Παραδοσιακά, η ινσουλινοαντίσταση θεωρείται κεντρικός παθολογικός μηχανισμός, ο οποίος, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια της λειτουργίας των β κυττάρων του παγκρέατος, οδηγεί σε προοδευτική υπεργλυκαιμία.
Η συγκεκριμένη εργασία επιχειρεί να μετατοπίσει αυτή την οπτική. Οι συγγραφείς προτείνουν ότι, ιδιαίτερα στην παχυσαρκία, τον προδιαβήτη και τα πρώιμα στάδια του ΣΔ2, η ινσουλινοαντίσταση, η μειωμένη γλυκοζο-διεγερμένη έκκριση ινσουλίνης, η ήπια υπεργλυκαιμία και η γλυκοζουρία μπορεί να αποτελούν επιμέρους στοιχεία μιας συντονισμένης αλλοστατικής απάντησης στη χρόνια υπερπροσφορά θρεπτικών συστατικών.
Η έννοια της αλλόστασης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Ο οργανισμός δεν διατηρεί τη μεταβολική ισορροπία αποκλειστικά μέσω σταθερών ομοιοστατικών μηχανισμών, αλλά προσαρμόζει δυναμικά τη λειτουργία των οργάνων του στις μεταβαλλόμενες ενεργειακές απαιτήσεις. Υπό συνθήκες χρόνιας θρεπτικής περίσσειας, η μείωση της δράσης της ινσουλίνης σε συγκεκριμένους ιστούς θα μπορούσε, τουλάχιστον αρχικά, να περιορίζει την υπερβολική είσοδο γλυκόζης και άλλων υποστρωμάτων στα κύτταρα και να προστατεύει μεταβολικά ευάλωτους ιστούς από περαιτέρω θρεπτική επιβάρυνση.
Με αυτή την έννοια, η υπεργλυκαιμία δεν αποτελεί απλώς αποτυχία της γλυκαιμικής ομοιόστασης. Ενδέχεται να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μεταβολικής αναπροσαρμογής, μέσω της οποίας ο οργανισμός επιχειρεί να διαχειριστεί τη χρόνια ενεργειακή περίσσεια. Η διαδικασία αυτή συνδέεται με αυτό που οι συγγραφείς περιγράφουν ως «nutri-stress», δηλαδή τη μεταβολική καταπόνηση που προκαλεί η παρατεταμένη υπερφόρτιση των κυττάρων με θρεπτικά υποστρώματα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ένας αρχικά προσαρμοστικός μηχανισμός μπορεί, όταν η θρεπτική περίσσεια παρατείνεται, να καταστεί δυσπροσαρμοστικός. Η χρόνια ινσουλινοαντίσταση, η υπεργλυκαιμία και η διαταραχή της λιπιδικής ομοιόστασης μπορούν να ενισχύσουν τη λιποτοξικότητα, το οξειδωτικό και ενδοκυττάριο stress και, τελικά, τη δυσλειτουργία των β κυττάρων. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η μεταβολική προσαρμογή μετατρέπεται σταδιακά σε παθολογική κατάσταση.
Η θεώρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για την κλινική θεραπευτική. Η αποτελεσματικότητα μιας παρέμβασης στον ΣΔ2 δεν θα πρέπει να αποτιμάται αποκλειστικά από τη μείωση της γλυκόζης ή της HbA1c. Η σύγχρονη Ενδοκρινολογία καλείται να εξετάζει ευρύτερα την επίδραση των θεραπευτικών παρεμβάσεων στην ιστική διακίνηση της γλυκόζης, στην ενεργειακή ομοιόσταση, στη λειτουργία των β κυττάρων, στον μεταβολισμό των λιπιδίων και στη συνολική κυτταρική μεταβολική επιβάρυνση.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία καθώς αρκετές σύγχρονες θεραπευτικές παρεμβάσεις στον ΣΔ2 και την παχυσαρκία έχουν αποδειχθεί ότι προσφέρουν μεταβολικά, καρδιαγγειακά και νεφρικά οφέλη που δεν εξηγούνται πλήρως από τον βαθμό της γλυκαιμικής βελτίωσης. Το γεγονός αυτό ενισχύει την ανάγκη να αντιμετωπίζουμε τον ΣΔ2 όχι μόνο ως διαταραχή της γλυκόζης, αλλά ως συστηματική νόσο της ενεργειακής ομοιόστασης και της διαχείρισης των θρεπτικών υποστρωμάτων.
Η νέα αυτή οπτική δεν αναιρεί τον παθολογικό χαρακτήρα της εγκατεστημένης υπεργλυκαιμίας ούτε υποβαθμίζει την ανάγκη έγκαιρης θεραπευτικής παρέμβασης. Αντίθετα, επιχειρεί να φωτίσει ένα κρίσιμο στάδιο της νόσου: τη μετάβαση από μια ενδεχομένως προστατευτική μεταβολική προσαρμογή σε μια κατάσταση χρόνιας δυσπροσαρμογής, η οποία τελικά οδηγεί σε προοδευτική μεταβολική απορρύθμιση.
Η κατανόηση αυτής της μετάβασης μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πεδίο για τη μελλοντική έρευνα. Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα μειώσουμε τη γλυκόζη, αλλά πώς θα τροποποιήσουμε τη μεταβολική διαχείριση της χρόνιας θρεπτικής περίσσειας, ώστε να αποτρέψουμε ή να αναστρέψουμε την πορεία από την προσαρμογή στη δυσπροσαρμογή και στη νόσο.
Διαβάστε επίσης
Σάκχαρο: Αυτό είναι το κόλπο για να το έχετε πάντα ρυθμισμένο
Κόκκινο κρέας: Αυξάνει κατά 49% τον κίνδυνο διαβήτη – Με τι να το αντικαταστήσετε
Τι συμβαίνει όταν διακόπτονται τα φάρμακα της παχυσαρκίας – Τα ευρήματα για άγχος και κατάθλιψη