Σαφή θέση υπέρ των επιστημονικά τεκμηριωμένων προγραμμάτων παιδικού εμβολιασμού πήρε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), στην πρώτη του αντίδραση μετά το διάταγμα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη μείωση των εμβολίων που συστήνονται στα παιδιά στις ΗΠΑ.
Ο ΠΟΥ υπερασπίστηκε τη διαδικασία με την οποία καταρτίζονται τα εμβολιαστικά προγράμματα, υπογραμμίζοντας ότι οι σχετικές συστάσεις δεν είναι αυθαίρετες, αλλά στηρίζονται σε περισσότερα από 60 χρόνια επιστημονικής έρευνας, καθώς και στην αξιολόγηση στοιχείων από εθνικές υγειονομικές αρχές και ανεξάρτητες ομάδες ειδικών.
«Αυτό που προέρχεται από τον ΠΟΥ βασίζεται στην επιστήμη», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Οργανισμού Ταρίκ Γιασάρεβιτς κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των δημοσιογράφων στη Γενεύη, προσθέτοντας: «Ελπίζουμε ότι όλες οι χώρες θα χρησιμοποιούν τα καλύτερα επιστημονικά στοιχεία που διαθέτουμε».
Γιατί έχει σημασία ο χρόνος κάθε εμβολίου
Η παρέμβαση του ΠΟΥ έρχεται μία ημέρα μετά την υπογραφή από τον Ντόναλντ Τραμπ εκτελεστικού διατάγματος που προβλέπει περιορισμό του αμερικανικού προγράμματος παιδικού εμβολιασμού σε 11 βασικούς εμβολιασμούς.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η αλλαγή θα προσφέρει στα παιδιά «χρυσό πρότυπο» προστασίας και θα φέρει τις ΗΠΑ πιο κοντά σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες που συστήνουν λιγότερους εμβολιασμούς.
Ωστόσο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνει τη σημασία της επιστημονικής διαδικασίας που προηγείται της ένταξης κάθε εμβολίου σε ένα εθνικό πρόγραμμα.
Όπως εξήγησε ο Ταρίκ Γιασάρεβιτς, ο χρόνος χορήγησης των επιμέρους εμβολίων καθορίζεται έπειτα από εκτενή επιστημονική αξιολόγηση. Οι ειδικοί εξετάζουν, μεταξύ άλλων, σε ποια ηλικία τα παιδιά είναι περισσότερο ευάλωτα σε μια συγκεκριμένη λοίμωξη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και ανταποκρίνεται το ανοσοποιητικό τους σύστημα.
Τα εθνικά προγράμματα, άλλωστε, δεν είναι ίδια σε όλες τις χώρες. Οι συστάσεις διαμορφώνονται με βάση τα επιδημιολογικά δεδομένα, τους κινδύνους από συγκεκριμένες ασθένειες και τα χαρακτηριστικά κάθε συστήματος υγείας, όπως μεταδίδει το Reuters.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι χώρες βασίζονται συνήθως σε εθνικές τεχνικές συμβουλευτικές επιτροπές εμβολιασμού, στις οποίες συμμετέχουν ειδικοί από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους. Οι επιτροπές αυτές παρέχουν ανεξάρτητες, τεκμηριωμένες συστάσεις στις κυβερνήσεις και στους υπευθύνους των εμβολιαστικών προγραμμάτων, αξιοποιώντας παράλληλα τις οδηγίες της Στρατηγικής Συμβουλευτικής Ομάδας Εμπειρογνωμόνων για την Ανοσοποίηση (SAGE) του ΠΟΥ.
Τι προβλέπει το διάταγμα για το MMR
Το νέο αμερικανικό διάταγμα έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από ιατρικές ενώσεις, ειδικούς δημόσιας υγείας και παρασκευαστές εμβολίων, οι οποίοι επισημαίνουν ότι δεν έχουν παρουσιαστεί νέα επιστημονικά δεδομένα που να δικαιολογούν τις αλλαγές.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η πρόβλεψη για το εμβόλιο MMR κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας και της ερυθράς. Το διάταγμα προτείνει να μη χορηγούνται πλέον τα τρία εμβόλια σε μία συνδυασμένη ένεση, αλλά χωριστά.
Ωστόσο, δεν υπάρχουν δημοσιευμένα επιστημονικά στοιχεία που να δείχνουν ότι ο διαχωρισμός του MMR προσφέρει κάποιο όφελος. Η παρασκευάστρια εταιρεία Merck έχει προειδοποιήσει, μάλιστα, ότι η ανάγκη για περισσότερες χωριστές επισκέψεις θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο καθυστέρησης ή παράλειψης εμβολιασμών.
Γιατροί και ειδικοί δημόσιας υγείας εκφράζουν παράλληλα την ανησυχία ότι ο περιορισμός των καθολικά συνιστώμενων εμβολιασμών μπορεί να αφήσει περισσότερα παιδιά εκτεθειμένα σε νοσήματα που μπορούν να προληφθούν, αλλά και να προκαλέσει σύγχυση στους γονείς σχετικά με το πότε και έναντι ποιων ασθενειών πρέπει να εμβολιάζονται τα παιδιά τους.
Η παρέμβαση του ΠΟΥ έρχεται έτσι να υπενθυμίσει ότι τα προγράμματα παιδικού εμβολιασμού δεν αποτελούν απλώς έναν κατάλογο εμβολίων, αλλά το αποτέλεσμα δεκαετιών επιστημονικής έρευνας και αξιολόγησης του κινδύνου, με στόχο η προστασία να παρέχεται στην ηλικία κατά την οποία κάθε παιδί τη χρειάζεται περισσότερο.
Διαβάστε επίσης
Ο Τραμπ υπέγραψε διάταγμα που περιορίζει τα συνιστώμενα παιδικά εμβόλια
Αυτισμός και εμβόλιο κατά της ιλαράς: Τι έδειξε μελέτη σε 2,5 εκατ. παιδιά