Για πολλούς ανθρώπους με πολλαπλή σκλήρυνση, τα προβλήματα ούρησης είναι εξίσου ενοχλητικά με τις κινητικές ή αισθητικές διαταραχές της νόσου.
Κι όμως, συχνά παραμένουν αδιάγνωστα ή δεν συζητούνται ποτέ με τον θεράποντα ιατρό. Άλλοτε από αμηχανία ή ντροπή και άλλοτε επειδή οι ασθενείς θεωρούν ότι αποτελούν μια φυσιολογική συνέπεια της πάθησής τους, συμπτώματα όπως η συχνουρία, η έντονη ανάγκη για ούρηση ή η δυσκολία στην κένωση της κύστης αντιμετωπίζονται ως κάτι που «πρέπει απλώς να υπομείνουν».
Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι διαταραχές του κατώτερου ουροποιητικού αποτελούν μία από τις συχνότερες εκδηλώσεις της πολλαπλής σκλήρυνσης. Εκτιμάται ότι εννέα στους δέκα ασθενείς θα εμφανίσουν κάποια στιγμή προβλήματα από την ουροδόχο κύστη, ενώ σε αρκετούς τα συμπτώματα αυτά κάνουν την εμφάνισή τους ήδη από τα πρώτα χρόνια της νόσου. Παρότι σπάνια απειλούν άμεσα τη ζωή, μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα, την εργασία, τον ύπνο, την κοινωνική ζωή και τις προσωπικές σχέσεις.
Για να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό, χρειάζεται να θυμηθούμε ότι η ούρηση δεν είναι μια απλή αντανακλαστική λειτουργία. Αντίθετα, αποτελεί αποτέλεσμα της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εγκεφάλου, του νωτιαίου μυελού, των περιφερικών νεύρων και της ουροδόχου κύστης. Όταν η κύστη γεμίζει με ούρα (φάση πλήρωσης), πρέπει να παραμένει χαλαρή ώστε να αποθηκεύει τα ούρα, ενώ ο ουρηθρικός σφιγκτήρας παραμένει κλειστός. Όταν αποφασίσουμε να ουρήσουμε, οι ρόλοι αντιστρέφονται: ο σφιγκτήρας χαλαρώνει και ο εξωστήρας μυς συσπάται, επιτρέποντας την πλήρη και χωρίς εμπόδια κένωση της κύστης.
Στην πολλαπλή σκλήρυνση, οι απομυελινωτικές βλάβες διακόπτουν ή διαταράσσουν την ομαλή επικοινωνία μεταξύ αυτών των νευρικών κέντρων. Ανάλογα με το σημείο όπου εντοπίζονται οι βλάβες, μπορεί να διαταραχθεί είτε η φάση αποθήκευσης είτε η φάση της ούρησης ή, συχνότερα, και οι δύο. Αυτός είναι και ο λόγος που δύο ασθενείς με την «ίδια» διάγνωση μπορεί να εμφανίζουν εντελώς διαφορετικά ουρολογικά συμπτώματα.
Η συχνότερη διαταραχή είναι η λεγόμενη νευρογενής υπερδραστηριότητα του εξωστήρα. Η κύστη αρχίζει να συσπάται πριν γεμίσει επαρκώς, δημιουργώντας μια έντονη και δύσκολα αναβαλλόμενη επιθυμία για ούρηση. Ο ασθενής αναγκάζεται να αναζητά συνεχώς τουαλέτα, επισκέπτεται την τουαλέτα πολλές φορές μέσα στην ημέρα και συχνά ξυπνά επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεν είναι σπάνιο η επιθυμία αυτή να είναι τόσο έντονη ώστε να προκαλεί επεισόδια επιτακτικής ακράτειας, ιδιαίτερα όταν η πρόσβαση σε τουαλέτα δεν είναι άμεση.
Εξίσου σημαντική, αν και λιγότερο εμφανής, είναι η δυσκολία στην κένωση της κύστης. Ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται αρκετή ώρα για να ξεκινήσει η ούρηση, η ροή των ούρων είναι ασθενής ή διακόπτεται και στο τέλος παραμένει η αίσθηση ότι η κύστη δεν άδειασε εντελώς. Πίσω από αυτά τα συμπτώματα μπορεί να κρύβεται η δυσσυνέργεια εξωστήρα-σφιγκτήρα, μια κατάσταση κατά την οποία η κύστη προσπαθεί να συσταλεί ενώ ο σφιγκτήρας παραμένει κλειστός. Το αποτέλεσμα είναι η παραμονή ποσότητας ούρων μέσα στην κύστη, γεγονός που ευνοεί τις ουρολοιμώξεις, ενώ οι αυξημένες πιέσεις επιβαρύνουν το ανώτερο ουροποιητικό σύστημα.
Συχνό λάθος είναι να θεωρείται ότι όσο πιο σοβαρή είναι η πολλαπλή σκλήρυνση τόσο πιο σοβαρά θα είναι και τα προβλήματα ούρησης ή ότι βελτιώνοντας την πορεία της νόσου θα βελτιωθεί αυτόματα και η ούρηση. Στην πραγματικότητα, η σχέση αυτή δεν είναι γραμμική. Ασθενείς με σχετικά ήπια νευρολογική εικόνα μπορεί να εμφανίζουν σημαντική δυσλειτουργία της κύστης, ενώ άλλοι με σοβαρότερη κλινική εικόνα μπορεί να έχουν περιορισμένα ουρολογικά συμπτώματα. Για τον λόγο αυτό, κάθε νέα αλλαγή στην ούρηση αξίζει να αξιολογείται και όχι να αποδίδεται αυτόματα στην εξέλιξη της νόσου.
Η διαγνωστική προσέγγιση ξεκινά με τη λήψη αναλυτικού ιστορικού, την καταγραφή των συμπτωμάτων και την συμπλήρωση ειδικών ερωτηματολογίων από τον ασθενή. Το ημερολόγιο ούρησης για τρεις διαδοχικές ημέρες παρέχει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη συχνότητα των ουρήσεων, τον όγκο των αποβαλλόμενων ούρων, την πρόσληψη υγρών και τα επεισόδια ακράτειας. Η γενική εξέταση και η καλλιέργεια ούρων είναι απαραίτητες όταν υπάρχουν συμπτώματα που υποδηλώνουν λοίμωξη, ενώ η υπερηχογραφική εξέταση του ουροποιητικού με επιπλέον μέτρηση του υπολείμματος ούρων μετά την ούρηση αποτελεί βασικό μέρος της αξιολόγησης. Σε συγκεκριμένους ασθενείς και μόνο επί ενδείξεων, ιδιαίτερη σημασία έχει ο ουροδυναμικός έλεγχος, μια πιο ειδική παρεμβατική εξέταση.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με τον τύπο της δυσλειτουργίας. Στους ασθενείς με συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης συνιστώνται αρχικά απλά μέτρα, όπως η εκπαίδευση της κύστης, η σωστή κατανομή της πρόσληψης υγρών κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο περιορισμός της καφεΐνης και του αλκοόλ. Όταν αυτά δεν επαρκούν, πάντα ξεκινάμε με αγωγή από το στόμα (αντιμουσκαρινικά, αγωνιστές των β3-αδρενεργικών υποδοχέων ή συνδυασμοί τους), ενώ επί επιμονής των συμπτωμάτων μπορεί να απαιτηθούν και πιο επεμβατικές θεραπείες.
Αντίθετα, όταν κυριαρχεί η ατελής κένωση της κύστης, η αποτελεσματικότερη θεραπεία είναι ο διαλείπων αυτοκαθετηριασμός, ο οποίος θεωρείται διεθνώς η μέθοδος εκλογής για την ασφαλή και πλήρη κένωση της ουροδόχου κύστης. Παρά τους αρχικούς ενδοιασμούς των ασθενών, η σωστή εκπαίδευση από εξειδικευμένο προσωπικό καθιστά τη διαδικασία απλή, ασφαλή και ιδιαίτερα αποτελεσματική.
Ο βασικός στόχος της αντιμετώπισης δεν είναι μόνο η βελτίωση των συμπτωμάτων. Εξίσου σημαντική είναι η προστασία του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος, δηλαδή των νεφρών. Η τακτική παρακολούθηση, η έγκαιρη αναγνώριση των ασθενών υψηλού κινδύνου και η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση μπορούν να προλάβουν σοβαρές επιπλοκές και να διατηρήσουν την ποιότητα ζωής για πολλά χρόνια.
Η συνεργασία μεταξύ ουρολόγου και νευρολόγου, η εξατομικευμένη αξιολόγηση και η εφαρμογή των σύγχρονων θεραπευτικών επιλογών συμβάλλουν όχι μόνο στον καλύτερο έλεγχο των συμπτωμάτων, αλλά και στη διατήρηση της καλής λειτουργίας του ουροποιητικού συστήματος και της ποιότητας ζωής των ασθενών.
Διαβάστε επίσης
Καρκίνος ουροδόχου κύστης: Το «ύπουλο» σύμπτωμα που δεν πρέπει να αγνοήσουμε
«Πάλι τουαλέτα;» Τι κρύβεται πίσω από τη συχνουρία των γυναικών – Η επιστήμη απαντά
Νυκτουρία: Πόσες φορές είναι φυσιολογικό να σηκωνόμαστε τη νύχτα για να πάμε στο WC