* Γράφει ο κ. Εμμανουήλ Κ. Σωμαράκης, γενικός ιατρός, διδάκτωρ Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Η συζήτηση για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας στην Ελλάδα περιστρέφεται συνήθως γύρω από ένα ερώτημα: «Γιατί δεν υπάρχουν γιατροί στην επαρχία και στα νησιά;». Η απάντηση που δίνεται σχεδόν πάντα είναι ότι οι αμοιβές είναι χαμηλές ή ότι οι νέοι γιατροί δεν επιθυμούν να υπηρετήσουν σε απομακρυσμένες περιοχές. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη γιατρών αλλά η έλλειψη ενός οργανωμένου συστήματος διοίκησης, ελέγχου και λογοδοσίας. Η ελληνική ΠΦΥ λειτουργεί επί δεκαετίες χωρίς σαφείς στόχους, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση και χωρίς σύνδεση της ευθύνης με το αποτέλεσμα. Το σύστημα καταναλώνει πόρους, αλλά αδυνατεί να μετρήσει με ακρίβεια τι παράγει και ποια είναι η πραγματική αξία των υπηρεσιών του.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ηλεκτρονική συνταγογράφηση. Πρόκειται για μια σημαντική μεταρρύθμιση που εκσυγχρόνισε τη διαδικασία έκδοσης συνταγών. Ωστόσο, στην πράξη έχει μετατραπεί σε έναν τεράστιο μηχανισμό αναπαραγωγής γραφειοκρατίας. Χιλιάδες γιατροί της ΠΦΥ αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην επαναλαμβανόμενη ανανέωση χρόνιας φαρμακευτικής αγωγής που έχει ήδη καθοριστεί από ειδικούς ιατρούς. Η διαδικασία αυτή σπάνια προσθέτει κλινική αξία, ενώ απομακρύνει το ιατρικό προσωπικό από το ουσιαστικό έργο της διάγνωσης, της πρόληψης και της παρακολούθησης των ασθενών.

Παράλληλα, η φαρμακευτική δαπάνη εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του συστήματος υγείας. Οι μηχανισμοί ελέγχου βασίζονται κυρίως σε στατιστικούς δείκτες και οριζόντιες περικοπές, ενώ συχνά δεν εξετάζεται ποιος αποφασίζει την έναρξη μιας θεραπείας, ποιος παρακολουθεί την πορεία της και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη της συνέχισής της. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η εξοικονόμηση πόρων επιτυγχάνεται όταν η θεραπεία συνδέεται με σαφή ιατρική ευθύνη, αυστηρά πρωτόκολλα και ψηφιακή διασύνδεση των διαγνωστικών δεδομένων με τον ηλεκτρονικό φάκελο του ασθενούς.

Η λύση δεν βρίσκεται σε νέες αποσπασματικές παρεμβάσεις αλλά σε μια συνολική αναδιάρθρωση. Οι γιατροί της ΠΦΥ πρέπει να απελευθερωθούν από τον ρόλο του «διαχειριστή συνταγών» και να επιστρέψουν στον ρόλο του κλινικού αξιολογητή. Οι δημόσιες δομές οφείλουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη διοικητική και οικονομική αυτονομία, με σαφείς προϋπολογισμούς, διαφάνεια και μετρήσιμους δείκτες απόδοσης. Τα Κέντρα Υγείας και τα Πολυδύναμα Περιφερειακά Ιατρεία μπορούν να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες μονάδες παροχής υπηρεσιών με βασικό εργαστηριακό και απεικονιστικό εξοπλισμό, περιορίζοντας τις άσκοπες παραπομπές και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επαρχία και η νησιωτική Ελλάδα. Η προσέλκυση γιατρών δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε εκκλήσεις περί κοινωνικού καθήκοντος. Απαιτούνται ανταγωνιστικές αμοιβές, σαφές επαγγελματικό πλαίσιο, συνεχής εκπαίδευση και αξιοποίηση της τηλεϊατρικής. Παράλληλα, η αναδιοργάνωση του ΕΚΑΒ, η δημιουργία διευρυμένων πληρωμάτων και η καλύτερη γεωγραφική κατανομή των πόρων μπορούν να εξασφαλίσουν ταχύτερη και ποιοτικότερη κάλυψη των απομακρυσμένων περιοχών.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον τροχό. Χρειάζεται να εφαρμόσει αρχές που λειτουργούν ήδη σε πολλά ευρωπαϊκά συστήματα υγείας: σαφή ευθύνη, πραγματικό έλεγχο, αξιολόγηση αποτελεσμάτων και ορθολογική χρήση των πόρων. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας δεν πρέπει να αποτελεί μηχανισμό διεκπεραίωσης συνταγών και παραπομπών. Πρέπει να γίνει ο πυλώνας πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και ολοκληρωμένης φροντίδας του πολίτη. Αν η δημόσια συζήτηση μετατοπιστεί από το «πόσοι γιατροί λείπουν» στο «πώς οργανώνεται σωστά το σύστημα», τότε ίσως ξεκινήσει η σημαντικότερη μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη σήμερα η ελληνική υγεία.

Διαβάστε επίσης

Με περισσότερα χειρουργεία και λιγότερες καθυστερήσεις «έκλεισε» το 2025 – Τι ξεμπλόκαρε τη διαδικασία

Τι περιέχουν τα «κυτία παραπόνων» των νοσοκομείων – Πόσες αναφορές καταμετρήθηκαν σε ένα έτος

ΕΣΥ: Ψηφιακό σκανάρισμα αποκαλύπτει πολλά επείγοντα και γιατρούς που «ξεχνούν» να δηλώνουν χειρουργεία