«Αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω, δεν θα έρθεις στο πάρτι μου». «Αν δεν μου δώσεις το γλυκό σου, θα πω στη δασκάλα ότι αντέγραψες στο τεστ». Τέτοιες φράσεις ακούγονται συχνά στις παιδικές παρέες και πολλοί ενήλικες τις αντιμετωπίζουν ως ένα φυσιολογικό κομμάτι της παιδικής ηλικίας.
Ωστόσο, σύμφωνα με την Angela J. Narayan, παιδοψυχολόγο και Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Denver, αυτού του είδους οι απειλές και οι μορφές χειραγώγησης δεν είναι τόσο αθώες όσο φαίνονται. Αντίθετα, αποτελούν συμπεριφορές που σχετίζονται με τον εκφοβισμό και συχνά έχουν τις ρίζες τους στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί. Με άρθρο της στο The Conversation παρουσιάζει τι δείχνουν οι μελέτες, αλλά και πώς οι γονείς μπορούν να δώσουν το καλό παράδειγμα.
Τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας
Σύμφωνα με την ειδικό, τα παιδιά δεν διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους μόνο μέσα από όσα τους λένε οι γονείς, αλλά κυρίως μέσα από όσα βλέπουν να συμβαίνουν καθημερινά γύρω τους. Παρατηρούν πώς οι ενήλικες διαχειρίζονται τις διαφωνίες, πώς ζητούν κάτι που θέλουν και πώς αντιδρούν όταν δεν παίρνουν αυτό που επιθυμούν.
Όταν οι γονείς χρησιμοποιούν απειλές, εκβιασμούς ή χειριστικές φράσεις, ακόμη και σε ήπιες μορφές, τα παιδιά λαμβάνουν το μήνυμα ότι αυτές οι τακτικές είναι αποδεκτές και αποτελεσματικές. Για παράδειγμα, εκφράσεις όπως «Αν δεν βιαστείς, η μαμά θα θυμώσει» ή «Αν δεν το κάνεις αυτό, θα χάσεις το προνόμιό σου» μπορεί να φαίνονται αθώες, όμως διδάσκουν στα παιδιά ότι η πίεση και ο φόβος αποτελούν μέσα επιρροής των άλλων.
Τι λέει η έρευνα
Εάν οι γονείς είναι επιθετικοί μεταξύ τους, αυτό αυξάνει τις πιθανότητες τα παιδιά να γίνουν κι εκείνα βίαια στις σχέσεις τους. Μια μελέτη του 1961 από τον ψυχολόγο του Στάνφορντ, Άλμπερτ Μπαντούρα, διαπίστωσε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που είδαν έναν ενήλικα να χτυπάει και να κλωτσάει μια φουσκωτή φιγούρα σε φυσικό μέγεθος ήταν πιο πιθανό να είναι επιθετικά απέναντι σε αυτή τη φιγούρα όταν ήταν απογοητευμένα.
Τέτοιες συμπεριφορές έχει παρατηρήσει και η ίδια η καθηγήτρια: «Στη δική μου έρευνα, επικεντρώθηκα σε παιδιά που είχαν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία μεταξύ των γονέων τους ήδη από τη βρεφική ηλικία. Ως ενήλικες, αυτά τα πλέον ενήλικα παιδιά ήταν πιο πιθανό να είναι τόσο θύματα όσο και θύτες για τους συντρόφους τους. Οι άνθρωποι ήταν ιδιαίτερα πιθανό να είναι βίαιοι ως ενήλικες εάν είχαν εκτεθεί σε ενδοοικογενειακή βία όταν ήταν στο νηπιαγωγείο, σε αντίθεση με αργότερα στην παιδική ηλικία, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πρώιμη παιδική ηλικία είναι μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή για τους γονείς να αποτελέσουν πρότυπο υγιούς επίλυσης συγκρούσεων» τονίζει.
Το ίδιο, όμως, ισχύει και με τη λεκτική επικοινωνία, χωρίς απαραίτητα σωματική επαφή: «Αν τα παιδιά ακούν τακτικά ενήλικες να επιρρίπτουν ευθύνες ή να μειώνουν την αυτοεκτίμηση των άλλων, για παράδειγμα, “Η μαμά είναι τόσο ανοργάνωτη, δεν μπορεί να συγκρατηθεί!” ή “Ο μπαμπάς είναι τόσο τεμπέλης, η μαμά πρέπει πάντα να μαγειρεύει ΚΑΙ να καθαρίζει”, είναι πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουν αυτές τις στρατηγικές για να αποκτήσουν κοινωνική κυριαρχία» συμπληρώνει.
Φράσεις όπως «Δεν μπορείς να παίξεις μαζί μας γιατί είσαι περίεργος» ή «Δεν είσαι αρκετά καλός για να είσαι στην ομάδα μας» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα κοινωνικού εκφοβισμού που τα παιδιά μαθαίνουν να χρησιμοποιούν για να αποκτήσουν δύναμη ή έλεγχο. Ακόμη και πιο διακριτικές συμπεριφορές, όπως η αποστασιοποίηση, η αγνόηση ή η «σιωπηλή τιμωρία», μπορούν να μετατραπούν σε εργαλεία κοινωνικού αποκλεισμού κατά την παιδική και εφηβική ηλικία.
Η δύναμη του θετικού παραδείγματος
Από την άλλη πλευρά, όταν τα παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ο σεβασμός, η συνεργασία και η ενσυναίσθηση είναι λιγότερο πιθανό να γίνουν οι θύτες. «Οι γονείς που υποβάλλουν σεβαστά αιτήματα ο ένας στον άλλον, ευχαριστούν και επαινούν ο ένας τον άλλον και εργάζονται ως ομάδα, αποτελούν πρότυπο υγιών κοινωνικών στρατηγικών για τα παιδιά τους, και αυτά τα μοτίβα έχουν μακροπρόθεσμα οφέλη» εξηγεί. Παράλληλα, αναπτύσσουν καλύτερη ικανότητα να αναγνωρίζουν και να απορρίπτουν χειριστικές ή κακοποιητικές συμπεριφορές όταν τις συναντούν.
Η καθημερινή συμπεριφορά των γονέων λειτουργεί ως ένα διαρκές μάθημα για τα παιδιά. Κάθε αλληλεπίδραση μέσα στο σπίτι αποτελεί μια ευκαιρία να μάθουν πώς χτίζονται υγιείς σχέσεις: «Να γίνει αισθητό στα παιδιά είναι και οι δύο γονείς επαινούν ο ένας τα δυνατά σημεία του άλλου μπροστά στα παιδιά: Ο ένας γονέας λέει: “Ευχαριστούμε τη μαμά που μας έβγαλε από το σπίτι στην ώρα μας!”, ενώ ο άλλος λέει: “Ευτυχώς που ο μπαμπάς μάς κρατάει οργανωμένους!”. Αυτός ο διακριτικός αλλά αισθητός σεβασμός έχει μεγάλη σημασία» τονίζει.
«Το κλειδί είναι να αποτελούν παράδειγμα καλοσύνης, ομαδικής εργασίας και ευγνωμοσύνης για να γίνονται τα πράγματα σωστά – και να το κάνουν αυτό σε όλη τη ζωή του παιδιού σας, ιδανικά όσο το δυνατόν νωρίτερα στην ανάπτυξή του» καταλήγει.
Διαβάστε επίσης
Ευτυχισμένα και υγιή παιδιά: Οι πράξεις που το εγγυώνται