*Γράφει η Δρ. Σταματούλα Τσικρικά, Πρόεδρος Ομάδας Καπνίσματος Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Secretary of UEMS Pneumology Section, Πρόεδρος Ένωσης Πνευμονολόγων Ελλάδας
Η ιστορία της Ιατρικής είναι γεμάτη από ονόματα που άλλαξαν τον ρου της επιστήμης, όμως για αιώνες τα περισσότερα από αυτά ήταν ανδρικά. Οι γυναίκες, παρότι φρόντιζαν από μικρή ηλικία τους ασθενείς στην οικογένεια, βοηθούσαν στις γέννες και με διάφορους τρόπους μετέφεραν ζωντανή τη γνώση της θεραπευτικής μέσα στις κοινότητες, έμειναν στο περιθώριο της επίσημης επιστήμης. Η πορεία προς την αναγνώριση υπήρξε δύσκολη, γεμάτη κοινωνικούς και θεσμικούς αποκλεισμούς. Κι όμως, από τα τέλη του 19ου αιώνα και έπειτα, οι πρώτες γυναίκες γιατροί άρχισαν να σπάνε τα στερεότυπα, ανοίγοντας μονοπάτια όχι μόνο για τις ίδιες αλλά και για ολόκληρες γενιές που ακολούθησαν.
Μια από τις πιο εμβληματικές μορφές υπήρξε η Elizabeth Blackwell, η πρώτη γυναίκα που απέκτησε πτυχίο ιατρικής στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1849. Η εισαγωγή της στη σχολή Ιατρικής έγινε σχεδόν «κατά λάθος», καθώς οι φοιτητές ψήφισαν υπέρ της αίτησής της θεωρώντας την φάρσα. Η Blackwell όχι μόνο ολοκλήρωσε τις σπουδές της με επιτυχία, αλλά αφιέρωσε τη ζωή της στη δημιουργία ιατρικών ιδρυμάτων για γυναίκες και στην προώθηση της γυναικείας παρουσίας στον χώρο της υγείας. Το παράδειγμα της λειτούργησε ως φάρος σε μια εποχή που η ιδέα της γυναίκας γιατρού προκαλούσε ειρωνεία ή υποτίμηση.
Στην Ευρώπη, λίγες δεκαετίες αργότερα, η Elizabeth Garrett Anderson έγινε η πρώτη γυναίκα που απέκτησε άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος στη Βρετανία. Η παρουσία της στα νοσοκομεία δεν σήμαινε μόνο επιστημονική πρόοδο, αλλά και κοινωνική αλλαγή, αφού απέδειξε ότι η ιατρική ικανότητα δεν έχει φύλο. Είναι γνωστή ως η πρώτη γυναίκα που απέκτησε στη Βρετανία τον τίτλο της ιατρού και χειρουργού, καθώς και ως συνιδρύτρια και Κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Λονδίνου για γυναίκες, της πρώτης ιατρικής σχολής στη Βρετανία που παρείχε εκπαίδευση σε φοιτήτριες προκειμένου να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα.
Στον ελληνικό χώρο, η Αγγελική Παναγιωτάτου από τη Θηνιά Κεφαλλονιάς υπήρξε πρωτοπόρος. Το 1897 καταγράφηκε ως η πρώτη γυναίκα που εγγράφηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της, ειδικεύτηκε στην Μικροβιολογία και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο όπου μελέτησε τροπικές ασθένειες. Για το έργο της τιμήθηκε το 1902 με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου.Έγινε υφηγήτρια Επιδημιολογίας το 1908 και καθηγήτρια Υγιεινής το 1947 στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, ενώ το 1950 εκλέχτηκε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αν και η παρουσία της στα αμφιθέατρα προκάλεσε αντιδράσεις, ακόμη και αποδοκιμασίες από φοιτητές, παρόλα αυτά, η Παναγιωτάτου επέμεινε, ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική ιατρική κοινότητα, αποδεικνύοντας ότι η επιστημονική αριστεία μπορεί να υπερβεί τις κοινωνικές προκαταλήψεις.
Η είσοδος των γυναικών στην ιατρική συνέπεσε με μια περίοδο μεγάλων ανακαλύψεων. Η μάχη κατά των λοιμωδών νοσημάτων, η ανάπτυξη της μικροβιολογίας και η σταδιακή εξειδίκευση της ιατρικής δημιούργησαν νέα πεδία δράσης. Ένα από αυτά ήταν και η Πνευμονολογία, κλάδος που γεννήθηκε ουσιαστικά μέσα από την ανάγκη αντιμετώπισης της φυματίωσης, της «λευκής πανώλης» που θέριζε πληθυσμούς τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι γυναίκες ιατροί βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της φροντίδας των ασθενών σε σανατόρια και νοσοκομεία, συχνά σε δύσκολες και επικίνδυνες συνθήκες.
Η Margaret Becklake, Νοτιοαφρικανή–Καναδικής καταγωγής ίδρυσε το 1954 εργαστήριο μελέτης της πνευμονικής λειτουργίας στο γραφείο μεταλλωρύχων στο Γιοχάνεσμπουργκ και αργότερα αναδείχθηκε σε εξέχουσα μορφή της αναπνευστικής επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο McGill στον Καναδά. Συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων γυναικών που εξειδικεύθηκαν τόσο στην Επιδημιολογία όσο και στην Ιατρική του αναπνευστικού συστήματος. Το 2007 τιμήθηκε με τον τίτλο του μέλους του Τάγματος του Καναδά, ενώ το 2011 αναγορεύθηκε σε ανώτατη αξιωματούχο του Εθνικού Τάγματος του Κεμπέκ.
Η διαχρονική συμβολή της γυναίκας στην Ιατρική υπήρξε καθοριστική, τόσο σε επίπεδο επιστημονικής προόδου όσο και σε επίπεδο κοινωνικής μεταρρύθμισης. Από τις πρώτες πρωτοπόρους που διεκδίκησαν το δικαίωμα στη γνώση και στην άσκηση του επαγγέλματος έως τις σύγχρονες ερευνήτριες και κλινικούς ιατρούς που πρωταγωνιστούν σε διεθνή επιστημονικά δίκτυα, οι γυναίκες συνέβαλαν ουσιαστικά στη διεύρυνση των ορίων της Ιατρικής επιστήμης. Με ευαισθησία, επιστημονική αρτιότητα και προσήλωση στην ολιστική φροντίδα του ασθενούς, ενίσχυσαν την ανθρωποκεντρική διάσταση και προώθησαν την ισότητα στην πρόσβαση στην υγεία.
Διαβάστε επίσης
Κάπνισμα: Η «απελευθερωτική» συνήθεια που «σκλάβωσε» την υγεία των γυναικών