Δίπλα στη διαρκή βοή της λεωφόρου Μεσογείων, στην Αττική, εκεί όπου οχήματα και άνθρωποι κινούνται ασταμάτητα, το Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος «ΣΩΤΗΡΙΑ» μοιάζει να αντιστέκεται στον χρόνο με έναν τρόπο παράξενα ήρεμο: ένας πνεύμονας πρασίνου που κρατά μέσα του μνήμη.
Το «ΣΩΤΗΡΙΑ» δεν είναι απλώς ένα εμβληματικό δημόσιο νοσοκομείο. Είναι η ζωντανή ιστορία μιας ασθένειας — της φυματίωσης — και ταυτόχρονα η ιστορία μιας χώρας, της Ελλάδας. Μια ιστορία γραμμένη σε θαλάμους και παραπήγματα, σε μπαλκόνια αεροθεραπείας και επώδυνες επεμβάσεις, σε επιστολές που δεν στάλθηκαν ποτέ και σε ανάσες που αναμετρήθηκαν με τον θάνατο. Αυτή η ιστορία απέκτησε πλέον μόνιμη στέγη στο Μουσείο «ΣΩΤΗΡΙΑ».
Λίγες ημέρες μετά τα εγκαίνιά του, στις αρχές Φεβρουαρίου, το ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ βρέθηκε στο Μουσείο. Συγκεκριμένα, στο Στρατιωτικό Περίπτερο, όπου πολυάριθμα εκθέματα, τεκμήρια και αρχειακό υλικό εκτίθενται σε εννέα αίθουσες, μας υποδέχθηκαν η διοικήτρια του «ΣΩΤΗΡΙΑ», κυρία Ελένη Μιχαλάκη, ο πρόεδρος της Επιτροπής για το Μουσείο και Διευθυντής ΕΣΥ στην 7η Πνευμονολογική Κλινική και Κέντρο Άσθματος, κ. Ελευθέριος Ζέρβας, η αρχαιολόγος-μουσειολόγος κυρία Ασημίνα Γρηγορίου και η κυρία Χριστίνα Στούρη, διοικητική εργαζόμενη και ένα από τα τρία ιδρυτικά μέλη της Επιτροπής. Η ικανοποίηση και η περηφάνια τους για τη δημιουργία του Μουσείου είναι εμφανείς καθώς μιλούν για τη μακρά, δύσκολη και κυρίως εθελοντική διαδρομή που μεσολάβησε από την έμπνευσή του — το 2005, με πρωτεργάτη τον συνταξιούχο σήμερα πνευμονολόγο κ. Μιχάλη Τουμπή — έως την ολοκλήρωσή του το 2026. Σημαντική υπήρξε η συμβολή της Περιφέρειας Αττικής, με τη χρηματοδότηση (2,5 εκατ. ευρώ) της οποίας δημιουργήθηκε το Μουσείο.
«Η προσπάθειά μας ήταν στα σπάργανα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Κάποιοι εργαζόμενοι αρχίσαμε να συλλέγουμε παλιά αντικείμενα που προορίζονταν για τα σκουπίδια. Σιγά σιγά όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονταν την αξία τους και μας στήριζαν. Ό,τι βρίσκαμε στα κτήρια του νοσοκομείου και ό,τι μας δώριζαν υγειονομικοί εν ενεργεία ή συνταξιούχοι, καθώς και συγγενείς ασθενών, τα συγκεντρώναμε και τα αποθηκεύαμε όπου μπορούσαμε. Ήταν κειμήλια», περιγράφει η κυρία Στούρη.
Παλαιά βιβλία, φωτογραφίες, αρχειακά ντοκουμέντα, έπιπλα εποχής, σκεύη καθημερινής χρήσης, ιατρικά μηχανήματα και εργαλεία — ακόμη και ένα πιάνο — συγκεντρώθηκαν και εκτέθηκαν έπειτα από δεκαετίες αφάνειας και σκόνης.

Από αριστερά, η κυρία Ελένη Μιχαλάκη, ο κ. Ελευθέριος Ζέρβας, η κυρία Ασημίνα Γρηγορίου και η κυρία Χριστίνα Στούρη
Το πιάνο, ένα από τα πιο εντυπωσιακά εκθέματα που υποδέχεται τους επισκέπτες, κοσμούσε κτήριο της διοίκησης τη δεκαετία του 1930 και φέρεται να ένωσε σε δυνατή φιλία δύο νοσηλευόμενους του σανατορίου που αγαπούσαν τη μουσική: τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο και την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη. «Το βρήκαμε σε ένα κλειστό δωμάτιο που έπρεπε να καθαριστεί και να βαφτεί. Με έκπληξη είδαμε τους ελαιοχρωματιστές να πατούν πάνω του για να βάψουν τα ψηλότερα σημεία», λέει η κυρία Στούρη.
Από τη «φθίση» στον Koch και στη δημόσια υγεία
«Η “ΣΩΤΗΡΙΑ” γεννήθηκε από την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η φυματίωση — η βαριά μεταδοτική νόσος του 19ου και του 20ού αιώνα, η φθίση ή το χτικιό, όπως λεγόταν. Και μαζί της κουβαλά όλο το κοινωνικό της βάρος: στίγμα, φόβο μετάδοσης, φτώχεια, συνωστισμό, μετανάστευση, πόλεμο. Στο Μουσείο ζωντανεύει όχι μόνο η ιστορία της Ιατρικής, αλλά και η ιστορία της Ελλάδας», λέει η κυρία Γρηγορίου.
Το σανατόριο λειτούργησε το 1905, έπειτα από την πρωτοβουλία και τις φιλανθρωπικές δράσεις της Σοφίας Σλήμαν, και το 1919 περιήλθε στο ελληνικό κράτος. Η επέκτασή του υπήρξε συνεχής, καθώς η φυματίωση αποτελούσε μάστιγα. Ενδεικτική είναι η εικόνα χάρτη της Ελλάδας σε τοίχο του Μουσείου, με δεκάδες κόκκινες τελείες που αντιστοιχούν σε ιδιωτικά και δημόσια σανατόρια: μια αποκαλυπτική αποτύπωση της κατάστασης που επικρατούσε στη χώρα και στην Ευρώπη.

Η αρχαιολόγος-μουσειολόγος κυρία Ασημίνα Γρηγορίου μπροστά στον χάρτη της Ευρώπης που απεικονίζει την επέλαση της φυματίωσης και τα σανατόρια, ιδιωτικά και δημόσια, που λειτουργούσαν για την αναχαίτισή της
«Η φθίση ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Ο 19ος αιώνας, όμως, σηματοδοτήθηκε από τη ραγδαία εξάπλωσή της. Η βιομηχανική επανάσταση μετέτρεψε τις πόλεις σε εστίες μετάδοσης, ιδίως στις φτωχικές συνοικίες. Αρχικά θεωρούνταν νόσος των φτωχών», σημειώνει η κυρία Γρηγορίου, με τον κ. Ζέρβα να συμπληρώνει: «Καμία μεταδοτική ασθένεια δεν είναι μόνο των φτωχών».
Ο παραλληλισμός με την πανδημία της COVID-19 έρχεται αυτόματα. «Η φυματίωση τότε, ο κορωνοϊός έναν αιώνα αργότερα: διαφορετικές εποχές, ίδια κοινωνικά αντανακλαστικά — φόβος, απομόνωση, αναζήτηση ευθύνης, ανάγκη για δημόσια υγεία». Με έναν παράδοξο τρόπο, μια σύγχρονη υγειονομική κρίση στρέφει το βλέμμα προς τις προηγούμενες και προς τους χώρους όπου αυτές διαχειρίστηκαν. Το «ΣΩΤΗΡΙΑ» αποδεικνύεται διαχρονικός πυλώνας του συστήματος υγείας.
Η ασθένεια προσβάλλει τον πνεύμονα με νεκρώσεις και απώλεια λειτουργίας. Βήχας, αιμόπτυση, απώλεια βάρους: συμπτώματα που ακόμη και σήμερα προκαλούν φόβο. Πριν από την αποτελεσματική φαρμακευτική θεραπεία, οι ενδεδειγμένες πρακτικές ήταν καλή διατροφή, αεροθεραπεία, ηλιοθεραπεία, ξεκούραση και ήπια άσκηση.
Το 1882 ο Robert Koch αναγνώρισε το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, τον γνωστό βάκιλο του Κοχ, σηματοδοτώντας την αρχή της επιστημονικής αντεπίθεσης. Η ουσιαστική ανατροπή ήρθε τη δεκαετία του 1940, με την ανακάλυψη της στρεπτομυκίνης (1944) και τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής στους Έλληνες ασθενείς από το 1948. Ακολούθησε ο μαζικός εμβολιασμός παιδιών και εφήβων από το 1952. «Έμοιαζε με θαύμα. Στη συνέχεια φάνηκε ότι δεν αρκεί μόνο ένα φάρμακο, αλλά χρειάζονται συνδυασμοί και νέα σχήματα. Όμως η κατεύθυνση είχε αλλάξει: η φυματίωση μπορούσε πλέον να θεραπευτεί, δεν ήταν καταδίκη», σημειώνει ο κ. Ζέρβας.
Ιατρική πριν από τα φάρμακα
Στις προθήκες του Μουσείου, ιατρικά εργαλεία και όργανα δείχνουν τι σήμαινε να παλεύεις με τη φυματίωση χωρίς αποτελεσματική αγωγή. Οι γιατροί κατέφευγαν σε πρακτικές που σήμερα μοιάζουν αδιανόητες. Ο τεχνητός πνευμοθώρακας ήταν μία από αυτές: «“Ξεφούσκωναν” τον πνεύμονα, τον συμπίεζαν ώστε να περιοριστεί η λοίμωξη και να δοθεί χρόνος για επούλωση. Ήταν επώδυνο, σχεδόν ακρωτηριαστικό. Προχωρούσαν ακόμη και σε αφαίρεση μολυσμένων τμημάτων», εξηγεί ο κ. Ζέρβας.
Θωρακοσκόπια, βρογχοσκόπια, συσκευές τεχνητού πνευμοθώρακα, αλλά και ο «σιδηρούς πνεύμονας» — η εντυπωσιακή κάψουλα στην οποία τοποθετούνταν ασθενείς με πολιομυελίτιδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 — προκαλούν δέος.

Ιατρικά εργαλεία και όργανα δείχνουν τι σήμαινε να παλεύεις με τη φυματίωση χωρίς αποτελεσματική αγωγή
Η περιγραφή της βρογχοσκόπησης της εποχής είναι αποκαλυπτική: άκαμπτος σωλήνας, λαβίδες, έντονος φωτισμός. Η αντίθεση με τα σημερινά εύκαμπτα εργαλεία και τις μικροκάμερες είναι εντυπωσιακή.
Ακόμη και μια απλή μέτρηση οξυγόνου, που σήμερα γίνεται στο σπίτι με ένα οξύμετρο, τότε απαιτούσε χρονοβόρες και απαιτητικές διαδικασίες. Οι παλαιοί πληθυσμογράφοι και τα πρώιμα σπιρόμετρα αποτυπώνουν την εξέλιξη της τεχνολογίας — και μαζί της, την εξέλιξη της ίδιας της ιατρικής.

Δύο μοντέλα πληθυσμογράφων του περασμένου αιώνα που εκτίθενται στο Μουσείο «ΣΩΤΗΡΙΑ». Πρόκειται για ιατρικοτεχνολογικό εξοπλισμό που δίνει την πληρέστερη εικόνα της πνευμονικής λειτουργίας
Η «ΣΩΤΗΡΙΑ» ως μικρόκοσμος της Ελλάδας
Ο αντιφυματικός αγώνας στην Ελλάδα ξεκίνησε το 1901 με το Α΄ Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο και την ίδρυση του Πανελλήνιου Συνδέσμου κατά της Φυματίωσης. Για δύο δεκαετίες στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία, με τη «ΣΩΤΗΡΙΑ» στο επίκεντρο. Το 1920 το κράτος ανέλαβε κεντρικό ρόλο. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, στα σανατόρια προστέθηκαν και πρόσφυγες ασθενείς. Οι συνθήκες ήταν συχνά άθλιες, οδηγώντας σε απεργίες πείνας και εξεγέρσεις.
«Η φυματίωση διαμόρφωσε τον κοινωνικό ιστό. Η «ΣΩΤΗΡΙΑ» λειτουργούσε σαν μικρή κοινωνία: ό,τι συνέβαινε έξω, επαναλαμβανόταν μέσα — πιο έντονα, πιο συμπυκνωμένα» λέει η κυρία Γρηγορίου. Κατά τον Μεσοπόλεμο, χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν σε παραπήγματα, σε συνθήκες που ούτε οι διοικούντες μπορούσαν να αποτυπώσουν με ακρίβεια.
Ορόσημο αποτέλεσε το 1937, όταν τη Γενική Διεύθυνση ανέλαβε ο αστίατρος Μάνθος Μεταλληνός. Μαζί με τον καθηγητή Μαρίνο Γερουλάνο οργάνωσαν εκ νέου το σανατόριο, προσθέτοντας σύγχρονα επιστημονικά τμήματα. Η μεταμόρφωση καταγράφεται σε εκατοντάδες φωτογραφίες που ο ίδιος ο αστίατρος τραβούσε, εκτίθενται σήμερα, αδιάψευστοι μάρτυρες του οράματος του και του έργου του.

Η αεροθεραπεία (στο πευκοδάσος) και η ηλιοθεραπεία ήταν, μαζί με την καλή διατροφή και την ξεκούραση, οι θεραπευτικές λύσεις για την αντιμετώπιση της νόσου πριν αναπτυχθούν τα αντιφυματικά φάρμακα. Ο αστίατρος Μάνθος Μεταλληνός αποτύπωσε με τον φακό του τους ασθενείς στο κτήριο ΜΕΓΑ ΛΑΙΚΟ κατά τη δεκαετία του 1930
Τα «δέματα»: η πιο σιωπηλή αίθουσα του Μουσείου
Σε μια άλλη αίθουσα, αφιερωμένη στη φυματίωση στην τέχνη, τα «ρεμπέτικα της φθίσης» θυμίζουν πως η ασθένεια δεν ήταν μόνο φόβος, αλλά και συλλογική εμπειρία που αποτυπώθηκε στην έκφραση.
Στην καρδιά του Μουσείου, όμως, βρίσκεται η πιο εκκωφαντική στη σιωπή της, ενότητα: το αρχείο με τα «δέματα» των νοσηλευθέντων (1937–1981). Αν τα μηχανήματα αφηγούνται την ιστορία της ιατρικής, τα «δέματα» αφηγούνται την ιστορία των ανθρώπων.
Βαλίτσες, φωτογραφίες, γράμματα, χρήματα, ταυτότητες, προσωπικά αντικείμενα.

Πακεταρισμένα, καταγεγραμμένα με κλινική, όνομα, ημερομηνία θανάτου, μία ρουτίνα που επαναλάμβαναν με ευλάβεια οι νοσηλεύτριες σε όλους τους θανόντες.
«Τα ανακαλύψαμε τυχαία το 2016 πίσω από μία γυψοσανίδα που γκρεμίστηκε. Ήταν από τις πιο συγκινητικές στιγμές αυτών των δεκαετιών που συλλέγαμε κειμήλια και εκθέματα. Συγκινημένοι ανοίγαμε με προσοχή τα δέματα και διαβάζαμε τα γράμματα» θυμάται ο κ. Τουμπής, επίτιμος προέδρος του Μουσείου.
«Το να έχεις συγγενή στη “ΣΩΤΗΡΙΑ”, σε εποχές που η φυματίωση ήταν στιγματισμένη, ήταν βάρος. Και το να ταξιδέψεις για να πάρεις ένα δέμα, σε χρόνια πολέμου ή ανέχειας, ήταν πολυτέλεια. Κάποια αντικείμενα ίσως δεν τα ήθελαν καν: μήπως “κολλήσουν”, μήπως θυμίσουν, μήπως ανοίξουν πληγή», επισημαίνει η κυρία Γρηγορίου.
Τα «δέματα» δεν είναι απλώς αρχειακό υλικό. Είναι ζωές που έμειναν πίσω και δεν τις ζήτησε ποτέ κανείς. Στο Μουσείο, όμως, επιστρέφουν στη συλλογική μνήμη.
Διαβάστε επίσης
Φυματίωση: Πώς μεταδίδεται και πώς μπορούμε να γνωρίζουμε αν έχουμε μολυνθεί