Η άποψη ότι η δυσλεξία (διαταραχή της ανάγνωσης) οφείλεται σε ένα μεμονωμένο γονίδιο δεν στηρίζεται από το σύνολο των δεδομένων των τελευταίων δεκαετιών, σύμφωνα με ανασκόπηση ερευνητών του Πανεπιστημίου του Χιούστον. Αντί για ένα μοναδικό αίτιο, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση συνδέονται με μια γενικότερη «ευπάθεια» σε δίκτυα του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην ανάπτυξη και στη λειτουργία του.
Η διαπίστωση αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση γύρω από μία από τις πιο κοινές μαθησιακές διαταραχές στον κόσμο, η οποία επηρεάζει 5-15% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Τη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Journal of Speech, Language, and Hearing Research, υπογράφουν η καθηγήτρια ψυχολογίας Δρ. Elena Grigorenko και οι συνεργάτες της, οι οποίοι αξιοποίησαν υπολογιστικές μεθόδους και μεγάλες βάσεις βιολογικών δεδομένων, εξετάζοντας συστηματικά την αγγλόφωνη βιβλιογραφία από το 1983 έως το 2023. Στόχος τους ήταν να συγκεντρώσουν και να αξιολογήσουν όλα τα γονίδια που κατά καιρούς έχουν αναφερθεί ότι σχετίζονται με τη δυσλεξία και τις δυσκολίες στην ανάγνωση.
Τι εξέτασε η έρευνα
Η ομάδα κατέγραψε 175 γονίδια που έχουν παρουσιαστεί στη βιβλιογραφία ως πιθανοί «παίκτες» στη δυσλεξία ή σε δεξιότητες που συνδέονται με την ανάγνωση. Στη συνέχεια, δεν στάθηκε σε ένα-ένα γονίδιο απομονωμένα, αλλά προσπάθησε να δει τη «μεγάλη εικόνα». Δηλαδή, πότε ενεργοποιούνται αυτά τα γονίδια στη διάρκεια της ανάπτυξης, σε ποια σημεία του εγκεφάλου εμφανίζονται και αν φαίνεται να δουλεύουν «μαζί», ως μέρος ευρύτερων βιολογικών μηχανισμών.
Η Δρ. Grigorenko συνοψίζει το βασικό συμπέρασμα ως εξής: «Τα ευρήματά μας αμφισβητούν την ύπαρξη γονιδίων που σχετίζονται ειδικά με την ανάγνωση, υποδηλώνοντας αντίθετα ότι η δυσλεξία αντανακλά τη διαταραχή αρχαίων εξελικτικών νευρικών μηχανισμών που λειτουργούν εντός της ανθρώπινης εγκεφαλικής αρχιτεκτονικής».
Τα βασικά ευρήματα
Ένα από τα πιο καθαρά μοτίβα που εντόπισαν οι ερευνητές είναι ότι τα γονίδια αυτά «μοιράζονται» σε δύο μεγάλες ομάδες ως προς το πότε φαίνεται να είναι πιο ενεργά κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης.
- Η πρώτη ομάδα δρα στα πρώτα στάδια της εμβρυϊκής ανάπτυξης και συνδέεται με το «χτίσιμο» του εγκεφάλου: πώς σχηματίζεται η δομή του και πώς οργανώνονται οι βασικές του συνδέσεις.
- Η δεύτερη ομάδα εμφανίζεται πιο έντονα αργότερα στην εγκυμοσύνη (γύρω στην 24η εβδομάδα μετά τη σύλληψη), και σχετίζεται περισσότερο με το πώς τα εγκεφαλικά κύτταρα επικοινωνούν μεταξύ τους.
Με άλλα λόγια, η μελέτη δείχνει ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση μπορεί να έχουν περισσότερους από έναν «δρόμους» εμφάνισης. Σε κάποιες περιπτώσεις να συνδέονται με το πώς «οικοδομήθηκε» το εγκεφαλικό σύστημα, και σε άλλες με το πώς λειτουργεί στην πράξη – ή και με συνδυασμό των δύο.
Επίσης, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα περισσότερα από τα γονίδια που έχουν συνδεθεί κατά καιρούς με δυσκολίες στην ανάγνωση δεν είναι «καινούργια» στην εξέλιξη. Υπάρχουν εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και συναντώνται και σε άλλα είδη, κάτι που, όπως σημειώνουν, δεν ταιριάζει με την ιδέα ενός «γονιδίου της ανάγνωσης». Αυτό που ενδέχεται να διαφέρει στον άνθρωπο δεν είναι τόσο τα ίδια τα γονίδια, όσο το πότε και πώς «ενεργοποιούνται» κατά την ανάπτυξη.
Συμπέρασμα
Η ανασκόπηση δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει ένα μοναδικό γενετικό «κλειδί» για τη δυσλεξία. Αντίθετα, περιγράφει μια πιο σύνθετη εικόνα: πολλές μικρές γενετικές επιδράσεις που, μαζί, μπορούν να αυξήσουν την πιθανότητα δυσκολιών στην ανάγνωση, επειδή επηρεάζουν ευρύτερα συστήματα του εγκεφάλου.
Όπως περιγράφει η Δρ. Grigorenko, «η αναγνώριση των μεταβάσεων στην αναπτυξιακή έκφραση και των λειτουργικών δικτύων παρέχει πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο η γενετική παραλλαγή μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη της ανάγνωσης και να προσφέρει πιθανούς στόχους για μελλοντικές κλινικές προσεγγίσεις» σχετικά με την έγκαιρη αναγνώριση και την υποστήριξη των παιδιών με δυσκολίες στην ανάγνωση.
Διαβάστε επίσης
Δυσλεξία: Τα συμπτώματα και η αντιμετώπιση της πιο συχνής μαθησιακής δυσκολίας
Ο κόσμος μέσα από τα μάτια του Γιώργου, ενός παιδιού με δυσλεξία
Δυσλεξία και ΔΕΠΥ: Τι κοινό έχουν οι δύο μαθησιακές δυσκολίες