Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα διεθνούς επιστημονικής ανασκόπησης, σύμφωνα με τα οποία τουλάχιστον το 50% των καρκίνων μπορεί να προληφθεί ή να διαγνωστεί σε πρώιμο στάδιο, εφόσον εφαρμοστούν συντονισμένες, επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές πρόληψης και έγκαιρης διάγνωσης.
Η μελέτη, με τίτλο «Η παγκόσμια κρίση του καρκίνου: μια ανασκόπηση της αυξανόμενης επιβάρυνσης, των διευρυνόμενων ανισοτήτων και των πρωτοβουλιών για την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση», η οποία δημοσιεύτηκε στο ecancer medicalscience, αποτελεί σύμπραξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Keele στην Ελλάδα, ομότιμου καθηγητή Χειρουργικής Ογκολογίας Οδυσσέα Ζώρα, και μιας διεθνούς ομάδας διακεκριμένων ογκολόγων, χειρουργών και ερευνητών.
Παρά το αισιόδοξο μήνυμα, τα συνολικά δεδομένα αναδεικνύουν το μέγεθος της πρόκλησης. Ο καρκίνος αποτελεί σήμερα τη δεύτερη κύρια αιτία πρόωρου θανάτου παγκοσμίως, με περίπου 20 εκατομμύρια νέα περιστατικά και 10 εκατομμύρια θανάτους κάθε χρόνο. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2050 τα νέα περιστατικά ενδέχεται να φτάσουν τα 35,3 εκατομμύρια ετησίως, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 77%.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις παγκόσμιες ανισότητες, καθώς περίπου το 75% των θανάτων από καρκίνο καταγράφεται σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Σύμφωνα με τη μελέτη, έως το 2050 οι θάνατοι από καρκίνο στις χώρες χαμηλού εισοδήματος αναμένεται να αυξηθούν κατά 155%, έναντι 56% στις χώρες υψηλού εισοδήματος, γεγονός που υπογραμμίζει το χάσμα στην πρόσβαση σε πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.
Την ίδια στιγμή, το οικονομικό βάρος της νόσου παραμένει βαρύ, καθώς περισσότεροι από ένας στους δύο ασθενείς παγκοσμίως αντιμετωπίζουν σοβαρές ή και καταστροφικές οικονομικές συνέπειες λόγω του κόστους της νόσου και της θεραπείας.
Η δύναμη της πρόληψης
Το πλέον ενθαρρυντικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι η κρίση του καρκίνου δεν είναι αναπόφευκτη. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η συστηματική εφαρμογή όσων ήδη γνωρίζουμε μπορεί να μειώσει ουσιαστικά το φορτίο της νόσου, τόσο σε επίπεδο επίπτωσης όσο και θνησιμότητας.
Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων που προκρίνονται περιλαμβάνονται:
- Σθεναρές αντικαπνιστικές πολιτικές, καθώς το κάπνισμα παραμένει ο σημαντικότερος προλήψιμος παράγοντας κινδύνου.
- Καθολικοί εμβολιασμοί, όπως ο HPV για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και ο εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας Β για τον καρκίνο του ήπατος.
- Οργανωμένα και προσβάσιμα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου (screening) για συχνούς τύπους καρκίνου, που μπορούν να οδηγήσουν σε έγκαιρη διάγνωση και καλύτερη πρόγνωση.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η ουσιαστική πρόοδος δεν εξαρτάται πλέον από νέα επιστημονικά ευρήματα, αλλά από τη μετατροπή της γνώσης σε πράξη, μέσω πολιτικών δημόσιας υγείας που μειώνουν τις ανισότητες και εξασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση στην πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: επενδύοντας στην πρόληψη και στην ψυχοκοινωνική και σωματική υγεία των πληθυσμών, ο καρκίνος μπορεί – σε σημαντικό βαθμό – να μετατραπεί από μοιραία απειλή σε διαχειρίσιμη νόσο, για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους.
Διαβάστε επίσης
Καρκίνος πνεύμονα: Η έγκαιρη διάγνωση σώζει ζωές
«Κλέλια, έχεις καρκίνο μαστού, γύρνα Αθήνα» – Μια συγκινητική μαρτυρία