*Γράφει ο κ. Ευάγγελος Φιλόπουλος, Πρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας (Ε.Α.Ε.)

Η ανακοίνωση από το γιατρό πως το πρόβλημα υγείας οφείλεται σε καρκίνο, δημιουργεί στον ασθενή ένα έντονο συναισθηματικό σοκ, μία υπαρξιακή κρίση. Η αντιμετώπιση της διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Παρόλο που ο καρκίνος είναι μία εξαιρετικά διαδεδομένη ασθένεια, κανείς δεν είναι προετοιμασμένος να αποδεχθεί ότι μια τέτοια διάγνωση θα μπορούσε να αφορά τον εαυτό του.

Πέρα από το κοινό σε όλους στενάχωρο ερώτημα «γιατί σ’ εμένα», η ένταση και το είδος της αντίδρασης στην αναγγελία της διάγνωσης εξαρτάται από την ηλικία, τον χαρακτήρα, τα πιστεύω, τις σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον, τις δυνατότητες που διαθέτει ο κάθε ασθενής να υπερβεί τις οικονομικές δυσκολίες και τα εμπόδια που είναι αναγκασμένος ή εκτιμά ότι θα προκύψουν στην καθημερινότητα του κ.α.

Ο ογκολογικός ασθενής είναι ένας άνθρωπος που χρήζει την απόλυτη υποστήριξη όλων για να μπορέσει με επιτυχία να ανταπεξέλθει στις ανατροπές της ως τώρα ζωής του. Και αυτή η στήριξη ξεκινά με την όσο δυνατόν καλύτερη ενημέρωση του ως πολίτης σε θέματα υγείας και φροντίδας, στην λεγόμενη εγγραματοσύνη υγείας. Οι γιατροί, από τη μεριά τους, οφείλουν να μιλούν σε γλώσσα κατανοητή σε κάθε ξεχωριστό ασθενή και η ειλικρίνεια της συζήτησης μαζί του να αναδεικνύει την συμπαράσταση τους σ΄ αυτόν και να ενισχύει την αυτοεκτίμηση του.

Το ταξίδι του καρκίνου, δηλαδή η πορεία από την πρόληψη της νόσου, την έγκαιρη διάγνωση της, τις διαγνωστικές εξετάσεις, τις θεραπευτικές παρεμβάσεις, την ανακούφιση ενοχλημάτων και την καθολική υποστήριξη έως τις περιπτώσεις που η νόσος δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά, αποτελεί μία πορεία που σ’ ένα ασθενοκεντρικό σύστημα υγείας οφείλει να είναι προσανατολισμένη στην ισότιμη πρόσβαση όλων σε αποτελεσματική φροντίδα.

Οι δυσκολίες της διαδρομής των ασθενών

Στη χώρα μας, δυστυχώς, παρά τα βήματα προόδου, που σε αρκετές περιπτώσεις την φέρνουν σε καλύτερη μοίρα από άλλες χώρες, υπάρχουν σημαντικά προβλήματα που κάνουν την ζωή των ασθενών κάθε άλλο παρά εύκολη.

Κατ’ αρχάς οι γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας οδηγούν σε άνιση πρόσβαση σε έγκαιρη και έγκυρη φροντίδα. Οι κάτοικοι της επαρχίας υστερούν σημαντικά σε σωστή φροντίδα των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Αλλά και στις πόλεις υπάρχουν ανισότητες από συνοικία σε συνοικία. Σημαντικός παράγοντας που επιτείνει τις ανισότητες είναι η οικονομική υστέρηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, ενώ το επίπεδο σπουδών επίσης ευνοεί τους ανθρώπους με πανεπιστημιακή μόρφωση σε σχέση με εκείνους της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Ουσιώδες δείγμα καλής φροντίδας είναι το πλαίσιο φροντίδας που έχει οργανώσει το κράτος για να στηρίξει τους ασθενείς με καρκίνο. Είναι αυτονόητο ότι χωρίς ένα αποδοτικό δημόσιο σύστημα υγείας, καλά στελεχωμένο με ικανό υγειονομικό προσωπικό, το οποίο να αμείβεται αξιοπρεπώς για να μπορεί απερίσπαστο να αφιερώνει το ενδιαφέρον του στην προσφορά των καλύτερων δυνατών υπηρεσιών προς τους πάσχοντες, ο καρκίνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σωστά για όλους τους ασθενείς.

Στη συνέχεια, αν ο ασθενής είναι νέος, το κοινωνικό, εργασιακό και ασφαλιστικό σύστημα δεν τον ευνοεί. Ο ασθενής που εμφάνισε καρκίνο στιγματίζεται άδικα. Είναι επιτέλους αναγκαίο ότι όταν ένας ασθενής ολοκληρώνοντας τις θεραπείες του και αφήνοντας πίσω τα πρώτα χρόνια παρακολούθησης χωρίς προβλήματα, πρέπει να πάψει να χαρακτηρίζεται ως «καρκινοπαθής». Είναι ένας στιγματισμός που άδικα τον ακολουθεί σ’ όλη του τη ζωή, με όλες τις αρνητικές συνέπειες. Ούτε, πάλι, είναι επιζών, αφού δεν βρέθηκε σε κάποια μαζική καταστροφή από την οποία την «γλύτωσε». Είναι απλά ένας πρώην ασθενής, όπως πρώην ασθενής είναι κάποιος που πέρασε πριν χρόνια μία πνευμονία ή έσπασε κάποιο κόκκαλο.

Η οικονομική τοξικότητα, όπως χαρακτηρίζεται η επίδραση της ασθένειας στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, έχει γίνει πλέον δυσβάστακτη για μεγάλη μερίδα ασθενών (και των οικογενειών τους). Χωρίς ιδιαίτερη αναλυτική σκέψη το πρόβλημα δεν λύνεται με κάποια γλισχρά επιδόματα. Η μόνη λύση είναι πως χωρίς δημόσιο δωρεάν σύστημα υγείας ο καρκίνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σωστά και ισότιμα για όλους τους ασθενείς. Και δεν είναι μόνο οι ιατρικές δαπάνες, αλλά και έξοδα που αφορούν την ανάγκη διαμονής επαρχιωτών σε μεγάλη πόλη για πολύ καιρό (π.χ. για ακτινοθεραπείες) τα οποία δεν καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Αλλά και η πρόοδος στην ιατρική σε όλες τις πτυχές της τείνει να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερο χάσμα στην πρόσβαση, καθώς το αυξημένο κόστος των νέων τεχνολογιών και φαρμακευτικών σκευασμάτων, καθιστά δυσχερή την ανάληψη του κόστους από τα ασφαλιστικά ταμεία, αναγκάζοντας τους ασθενείς «να βάζουν το χέρι βαθιά στην τσέπη, κάτι το οποίο δεν είναι σε πάρα πολλές φορές εφικτό. Η αυστηρή παρακολούθηση των ιατρικών εντολών μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό της (υπάρχουσας) σπατάλης και σε συνδυασμό με σωστές διαπραγματεύσεις, μπορεί να δώσει στα ασφαλιστικά ταμεία το αναγκαίο «οικονομικό μαξιλάρι» για χρηματοδότηση καινοτόμων θεραπειών.

Τέλος, στη χώρα μας υστερούμε σημαντικά, έως απελπιστικά, στο θέμα της υποστηρικτικής φροντίδας ασθενών και φροντιστών. Και αυτή η φροντίδα αρχίζει από τη διάγνωση της νόσου, αλλά λαμβάνει ιδιαίτερη μεγάλη σημασία στις ατυχές εκβάσεις της νόσου όπου καμία θεραπεία δεν είναι πλέον εφικτή. Ο σεβασμός του προσώπου του ασθενούς αναδεικνύεται σε ύψιστο καθήκον όλων μας, κράτους , πολιτών και υγειονομικών.

Διαβάστε επίσης

Υπουργείο Υγείας: Νέοι στόχοι στην Εθνική Πολιτική για τον Καρκίνο

Καρκίνος: Το παράδοξο του άγχους μετά τη θεραπεία – Γιατί η ανάρρωση δεν φέρνει ανακούφιση

Αυτές οι εξετάσεις αποτελούν το ισχυρότερο όπλο κατά του καρκίνου – Οι συστάσεις των ειδικών