Μία ιδιαίτερη και απαιτητική ερευνητική αποστολή, από την Ελλάδα προς ένα μοναδικό φυσικό εργαστήριο του πλανήτη μας, την Ανταρκτική, βρίσκεται σε εξέλιξη.
Το περασμένο Σάββατο μία βιολόγος, η κυρία Ελένη Κυτίνου από το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) και μία ωκεανογράφος, η κυρία Διονυσία Ρηγάτου από το Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), απογειώθηκαν από την Αθήνα με προορισμό το Πούντα Αρένας, την αεροπορική πύλη της Χιλής για την Ανταρκτική. Τελικός προορισμός τους είναι η Βουλγαρική βάση St. Kliment Ohridski στο Livingston, μέρος του νησιωτικού συμπλέγματος South Shetland Ιslands της Ανταρκτικής. Θα φιλοξενηθούν από το Βουλγαρικό Ινστιτούτο Ανταρκτικής (Bulgarian Antarctic Institute, BAI) για 21 ημέρες, προκειμένου να συλλέξουν στοιχεία και δεδομένα που σχετίζονται με τα θαλάσσια οικοσυστήματα και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Το ΘΕΜΑ συνάντησε διαδικτυακά, ανάμεσα στις πυρετώδεις προετοιμασίες και τις καταδυτικές προσομοιώσεις, τις δύο ερευνήτριες καθώς και τον κ. Αθανάσιο Μαυραειδόπουλο, τον Πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρίας Πολικών Ζωνών (ΕΛΕΠΟΖ), του επιστημονικού σωματείου υπό την αιγίδα του οποίου διοργανώνεται η αποστολή.
«Κάθε χρόνο, ερευνητικές ομάδες από όλο τον κόσμο στρέφονται προς τις πολικές περιοχές της Γης, προκειμένου να μελετήσουν το κλίμα, το θαλάσσιο οικοσύστημα, τη βιοποικιλότητα και και τις γεωφυσικές αλλαγές σε παρθένα περιβάλλοντα ιδιαίτερης οικολογικής αξίας. Έλληνες επιστήμονες έχουν κατά καιρούς συμμετάσχει μεμονωμένα ή με ξένες αποστολές σε ερευνητικές εργασίες στην Ανταρκτική, αλλά η πρώτη επίσημη αποστολή Ελληνίδων επιστημόνων στην Ανταρκτική πραγματοποιήθηκε πέρυσι. Είχαν φιλοξενηθεί στη Βουλγαρική βάση, χάρη στο 5ετές Σύμφωνο Συνεργασίας που έχουμε υπογράψει με το Βουλγαρικό Ινστιτούτο Ανταρκτικής (ΒΑΙ), οι ερευνήτριες Χριστίνα Μπαλωμενάκη και Ευχάρις Γουρουντή, αρχιτέκτονες μηχανικοί από το Πολυτεχνείο Κρήτης. Εφέτος συνεχίζουμε με τις δύο επιστημόνισσες, οι οποίες θα εστιάσουν την έρευνά τους στο τροφικό πλέγμα, υπό την επίδραση της κλιματικής αλλαγής. Η Ανταρκτική είναι μια κρίσιμη περιοχή για την κατανόηση της κλιματικής αλλαγής, της βιοποικιλότητας, των γεωλογικών διεργασιών και των παγκόσμιων ωκεάνιων ρευμάτων. Η Ελλάδα, ως ναυτική χώρα με μακρά παράδοση στην επιστήμη και την εξερεύνηση, οφείλει να έχει ενεργό ρόλο στην προστασία και την επιστημονική μελέτη αυτής της ηπείρου, σύμφωνα με τις αρχές του Συστήματος της Συνθήκης της Ανταρκτικής. Από το 2013 που ιδρύθηκε η ΕΛΕΠΟΖ στοχεύαμε στη διοργάνωση τέτοιων αποστολών, ενώ παραμένει πάντα στόχος μας να αποτελέσουμε τον εθνικό φορέα που θα συντονίζει, θα προωθεί και θα εκπροσωπεί την Ελλάδα στην διεθνή πολική επιστημονική κοινότητα» λέει στο ΘΕΜΑ ο κ. Μαυροειδόπουλος.
Η ΕΛΕΠΟΖ λειτούργησε ως καταλύτης, φέρνοντας σε επαφή ακαδημαϊκούς, ερευνητές, φοιτητές και τεχνολόγους από διάφορους κλάδους: Ωκεανογραφία, Κλιματολογία, Γεωλογία, Βιολογία, Ιατρική, Αστροφυσική και Μηχανική. Η μεγαλύτερη πρόκληση για την ελληνική έρευνα ήταν πάντα η έλλειψη υποδομής – είτε μιας μόνιμης βάσης, είτε ενός εξειδικευμένου ερευνητικού σκάφους. Εν προκειμένω οικονομικός… καταλύτης αποτελεί η εταιρία Laskaridis Shipping Co. Ltd. «Τίποτα δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την αμέριστη, συνεχή και γενναιόδωρη υποστήριξη και χρηματοδότηση του εφοπλιστή κ. Πάνου Λασκαρίδη. Αποτελεί ένα πρότυπο εθνικής ευθύνης και φιλανθρωπίας. Η χρηματοδότηση αυτή δεν είναι απλώς μια δωρεά, αλλά μια στρατηγική επένδυση στο μέλλον της ελληνικής επιστήμης και στην ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της χώρας μας» λέει ο πρόεδρος της ΕΛΕΠΟΖ.
Ταξίδι στην έρευνα
Αφετηρία για την οργάνωση της αποστολής αποτελεί η πρόσκληση της ΕΛΕΠΟΖ προς επιστήμονες Πανεπιστημίων, Ιδρυμάτων και φορέων για υποβολή ερευνητικών προτάσεων και στη συνέχεια η αξιολόγησή τους και η επιλογή της τελικής πρότασης. Οι δύο βιολόγοι και υποψήφιες διδακτόρισσες είχαν καταθέσει μία από τις 13 συνολικά προτάσεις που υποβλήθηκαν.
Ο ενθουσιασμός τους για την αποστολή στην Ανταρκτική κυριαρχούσε στη συνομιλία μας. «Στη βάση της Βουλγαρίας η οποία μας έχει υποστηρίξει πάρα πολύ, θα είμαστε επιστήμονες από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Χιλή, τις ΗΠΑ. Με ορισμένους είχαμε συναντηθεί τον περασμένο Οκτώβριο, στη Βουλγαρία, ανταλλάσσοντας απόψεις και προβληματισμούς στο πλαίσιο συνάντησης των συμμετεχόντων στην 34η Βουλγαρική Ανταρκτική Αποστολή για την οργάνωση της αποστολής που διοργανώθηκε από το Βουλγαρικό Ινστιτούτο» λέει η κυρία Κυτίνου.
Έχοντας πάρει μία γεύση της ζωής στη βάση από την συνάντηση αλλά και μιλώντας συχνά με τις Ελληνίδες που πήγαν τον Ιανουάριο του 2025 στην Ανταρκτική, οι δύο επιστήμονες συνθέτουν συνεχώς τα πολλά και διαφορετικά κομμάτια της εφετινής αποστολής. «Χαιρόμαστε πολύ που κι εφέτος, με τη 2η αποστολή στέλνουμε το μήνυμα ότι η Ελλάδα ενισχύει την επιστημονική της παρουσία στις πολικές ζώνες και συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση των περιβαλλοντικών αλλαγών που επηρεάζουν ολόκληρο τον πλανήτη, αλλά και ότι οι γυναίκες επιστήμονες είναι στην πρώτη γραμμή» λένε στο ΘΕΜΑ, πριν αρχίσουν να ξεδιπλώνουν το πρόγραμμα τους στη Βουλγαρική Βάση της Ανταρκτικής.
Η ολίγων ωρών πτήση από το Πούντα Αρένας προς την Ανταρκτική θα πραγματοποιηθεί ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο που θα τους επιτρέψει το «παράθυρο καιρού» που καθορίζει όλες τις διαδρομές προς την πολική ζώνη. Η επιστροφή τους, όμως, στη Χιλή θα γίνει με το βουλγαρικό ωκεανογραφικό πλοίο «St. Cyril and Methodius» και θα διαρκέσει περίπου 5 ημέρες – στο ταξίδι της επιστροφής θα βρίσκονται εκτός από τα μέλη της 34ης Βουλγαρικής αποστολής και μία ομάδα Γερμανών ερευνητών. Στις εγκαταστάσεις της βάσης – η οποία μετράει πάνω από 50 χρόνια- θα μοιράζονται κοιτώνες και κοινόχρηστους χώρους με άλλα περίπου 35 άτομα, αποτελώντας χαρακτηριστικό παράδειγμα διεθνούς επιστημονικής σύμπραξης, και μάλιστα υπό ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες πεδίου.

Το βουλγαρικό ωκεανογραφικό πλοίο «St. Cyril and Methodius»
«Χιόνι και πάγος: Αυτό είναι το σκηνικό στο νησί Livingston όπως σε όλη την Ανταρκτική. Η θερμοκρασία θα είναι από -10 έως 5 βαθμούς Κελσίου. Με βάση τον σχεδιασμό μας, θα έχουμε 21 ημέρες έρευνας στο πεδίο, δηλαδή στον ωκεανό. Στόχος μας είναι να μελετήσουμε ποσοτικά και ποιοτικά τη δομή του τροφικού πλέγματος της Ανταρκτικής, από τα κατώτερα τροφικά επίπεδα (φυτοπλαγκτόν) έως τους ανώτερους θηρευτές (φώκιες). Τα αποτελέσματα θα συμβάλουν στην κατανόηση της λειτουργίας αλλά και της ευαλωτότητας του οικοσυστήματος, καθώς και στην αξιολόγηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και των ανθρωπογενών πιέσεων στη δυναμική του τροφικού πλέγματος» εξηγούν οι δύο ερευνήτριες. Για τον σκοπό τους έχουν προγραμματίσει καταδύσεις στα ανοιχτά με το σκάφος της βάσης αλλά και με το πλοίο.
Από τη λίμνη Δόξα στην Ανταρκτική
Πριν καταδυθούν στα παγωμένα νερά της Ανταρκτικής οι δύο θαλάσσιες βιολόγοι ακολούθησαν μια απαιτητική πορεία προετοιμασίας, σχεδιασμένη ώστε να προσομοιώσει όσο το δυνατόν πιστότερα τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσουν στο πεδίο. Είχαν κάνει τρεις καταδύσεις στη λίμνη Δόξα και δύο στον Σαρωνικό κόλπο, στα ανοιχτά της Αναβύσσου. Οι καταδύσεις σε γλυκό αλλά και σε θαλάσσιο περιβάλλον στην Ελλάδα λειτούργησαν ως κρίσιμο στάδιο εκπαίδευσης και δοκιμής: εξοικείωση με τον εξοπλισμό, διαχείριση περιορισμένης ορατότητας, χαμηλών θερμοκρασιών και αυξημένων απαιτήσεων ασφάλειας. Η μετάβαση από τα ελληνικά νερά στο πολικό περιβάλλον δεν είναι απλώς γεωγραφική, αλλά επιστημονική και επιχειρησιακή.

Η κυρία Διονυσία Ρηγάτου (δεξιά) και η κυρία Ελένη Κυτίνου (αριστερά) στη λίμνη Δόξα
«Αυτές οι προσομοιώσεις ήταν το απαραίτητο υπόβαθρο για τις καταδύσεις στα νερά της Ανταρκτικής, όπου το ψύχος, ο πάγος και η απομόνωση μετατρέπουν κάθε επιστημονική δραστηριότητα σε πρόκληση υψηλής ακρίβειας και πειθαρχίας. Σε κάθε καταδυτική επιχείρηση θα μας ακολουθούν δύο παρατηρητές και ένας δύτης ασφαλείας. Εμείς θα συλλέγουμε το υλικό μας με βίντεο, φωτογραφίες και μετροταινίες. Έχουν προγραμματιστεί 10 καταδύσεις σε ισάριθμους σταθμούς στον ωκεανό από το νησί Livingston και άλλες 25 σε σταθμούς του ωκεανογραφικού πλοίου. Κάθε μία θα έχει διάρκεια έως 30 λεπτά και θα φτάνουμε έως 5 μέτρα βάθος» περιγράφουν οι κυρίες Κυτίνου και η Ρηγάτου, εκφράζοντας τις ευχαριστίες τους προς τον κ. Πάνο Λασκαρίδη και τις εταιρίες Aqualized Dive Adventures, Apostolodis Action (επίσημου αντιπροσώπου της CRESSI στην Ελλάδα) και GARMIN, για την προσφορά του ειδικού καταδυτικού εξοπλισμού.

Καταδυτική προσομοίωση στη λίμνη Δόξα
Οι καταδύσεις είναι μέρος της ζωής τους ενώ έχουν «συναντηθεί» καταδυτικά με ομάδες και αποστολές. «Η Ανταρκτική βέβαια είναι μία πρωτόγνωρη εμπειρία και για τις δυο μας. Είναι ένα οικοσύστημα που έχει άλλες απαιτήσεις όχι μόνο από μας, αλλά από όλους όσοι συμμετέχουν σε αποστολές» συμπληρώνουν.
Η επιστροφή τους έχει προγραμματιστεί για αρχές Μαρτίου. Το υλικό τους όμως, πάνω στο οποίο θα γίνουν οι εργαστηριακές αναλύσεις και στη συνέχεια η συγγραφή της έρευνας, αναμένεται να φτάσει στα χέρια τους τον Απρίλιο, με το βουλγαρικό ωκεανογραφικό πλοίο. «Ανυπομονούμε φυσικά και για αυτό. Να έχουμε τη χαρά να έχουμε συλλέξει δείγματα που θα γίνουν η βάση για την έρευνά μας. Θα ακολουθήσει ανάλυση των υποβρύχιων εικόνων και βίντεο, σε κατάλληλα λογισμικά, ενώ τα δείγματα μακροφυκών και φυτοπλαγκτού θα αναλυθούν σε εργαστηριακό επίπεδο. Τα δεδομένα, θα συνδυαστούν στη συνέχεια με μακροχρόνιες χρονοσειρές δορυφορικών δεδομένων που αφορούν βιολογικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους της περιοχής. Χαιρόμαστε βεβαίως και για τη συμβολή, με ελληνική υπογραφή, στην παγκόσμια έρευνα για το κλίμα. Είναι ανάγκη να δούμε όλοι, και καθένας από εμάς και η πολιτεία, με άλλη οπτική το περιβάλλον γύρω μας. Να το κατανοήσουμε, να το διαφυλάξουμε, να το προστατεύσουμε» υπογραμμίζουν οι Ελληνίδες ερευνήτριες.

Η Βουλγαρική βάση St. Kliment Ohridski στο Livingston, μέρος του νησιωτικού συμπλέγματος South Shetland Ιslands της Ανταρκτικής
Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, η επιστήμη αναδεικνύεται σε μια ζωντανή γέφυρα συνεργασίας, που ενώνει ανθρώπους και χώρες, μετατρέποντας τη γνώση σε ευθύνη και την έρευνα σε ελπίδα για το μέλλον του πλανήτη. Και η 2η ελληνική αποστολή της Ελληνικής Εταιρείας Πολικών Ζωνών στην Ανταρκτική, δεν αποτελεί απλώς μια επιστημονική παρουσία, αλλά έναν στρατηγικό κρίκο σε μια παγκόσμια αλυσίδα ευθύνης.
Διαβάστε επίσης
Ακραίες θερμοκρασίες: Επηρεάζουν δραματικά υγεία και εργασία – Ποιοι είναι οι πιο ευάλωτοι