Η διστακτικότητα απέναντι στο εμβόλιο κατά της COVID-19 δεν ήταν μια αμετακίνητη στάση, αλλά ένα δυναμικό φαινόμενο που – στις περισσότερες περιπτώσεις – υποχώρησε με τον χρόνο και την ενίσχυση της ενημέρωσης. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο The Lancet και παρακολούθησε περισσότερα από 1,1 εκατομμύρια άτομα στην Αγγλία, κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2021 – Μαρτίου 2022.

Η ομάδα του Imperial College London διαπίστωσε ότι, από όσους δήλωσαν αρχικά διστακτικοί ως προς τον εμβολιασμό, το 65% προχώρησε τελικά σε τουλάχιστον μία δόση. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος των επιφυλάξεων σχετίζεται με ανησυχίες που μπορούν να αντιμετωπιστούν στοχευμένα, κάτι που έχει σημασία για τον σχεδιασμό μελλοντικών εκστρατειών.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εντάσσει τη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια στις 10 κορυφαίες απειλές για την παγκόσμια υγεία, με την μειωμένη χρήση διαφόρων εμβολίων, συμπεριλαμβανομένων των παιδικών κατά της ιλαράς και του κοκκύτη, παραμένει ένα σημαντικό ζήτημα.

Πώς έγινε η έρευνα

Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από τη μακροχρόνια μελέτη REACT (Real-time Assessment of Community Transmission), η οποία περιέλαβε 1,1 εκατομμύριο ενήλικες (18+ ετών, 57% γυναίκες). Κατά την αρχική διάθεση των εμβολίων, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δηλώσουν αν είχαν εμβολιαστεί ή αν σκόπευαν να εμβολιαστούν. Όσοι δήλωσαν άρνηση ή επιφυλακτικότητα, κατέγραψαν τους λόγους τους μέσω λίστας 23 επιλογών και ελεύθερου κειμένου.

Στη συνέχεια, οι αρχικές απαντήσεις συσχετίστηκαν με τα αρχεία εμβολιασμού του Εθνικού Συστήματος Υγείας της Αγγλίας (NHS) έως τις 7 Μαΐου 2024, ώστε να εξεταστεί ποιοι τελικά εμβολιάστηκαν και ποιοι παρέμειναν ανεμβολίαστοι. «Θέλαμε να εξετάσουμε την επιφυλακτικότητα έναντι του εμβολίου κατά της COVID-19, προκειμένου να εντοπίσουμε τις ομάδες με τις πιο επίμονες μορφές επιφυλακτικότητας και τα κύρια προβλήματα που τις απασχολούν», εξήγησε ο Δρ. Marc Chadeau-Hyam, κύριος συγγραφέας και καθηγητής στο Imperial College London.

Ποιοι λόγοι τροφοδότησαν τον δισταγμό

Συνολικά, το 3,3% των συμμετεχόντων (37.982 άτομα) ανέφερε κάποιο βαθμό επιφυλακτικότητας έναντι του εμβολίου. Για 24.229 από αυτούς (64%) υπήρχαν διαθέσιμα επακόλουθα δεδομένα εμβολιασμού. Η διστακτικότητα μειώθηκε αισθητά με την πάροδο του χρόνου: από 8% τον Ιανουάριο του 2021 έπεσε στο 1,1% στις αρχές του 2022, ενώ καταγράφηκε μικρή άνοδος πάνω από 2,2% τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 2022, κατά την περίοδο κυριαρχίας της παραλλαγής Omicron.

Οι ερευνητές ομαδοποίησαν τις αιτίες δισταγμού σε 8 βασικές κατηγορίες. Κυρίαρχες ήταν οι ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια, η αντίληψη χαμηλού προσωπικού κινδύνου από τη νόσο, καθώς και η δυσπιστία προς τους κατασκευαστές ή/και γενικότερα φόβος για τα εμβόλια.

Μεταξύ όσων δήλωσαν λόγο επιφυλακτικότητας:

  • 41% ανέφερε ανησυχίες για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία,
  • 39% προτίμησε να «περιμένει» για να διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα,
  • 37% εξέφρασε φόβους για παρενέργειες

Παράλληλα, οι λόγοι διαφοροποιήθηκαν ανά δημογραφική ομάδα: οι άνδρες ανέφεραν συχνότερα ότι δεν θεωρούσαν την COVID-19 προσωπικό κίνδυνο (18% έναντι 10% των γυναικών), ενώ οι γυναίκες εξέφρασαν σε μεγαλύτερο βαθμό ανησυχίες που σχετίζονταν με τη γονιμότητα (21% έναντι 8%). Στις μεγαλύτερες ηλικίες (74+) καταγράφηκε υψηλότερη πιθανότητα γενικής αντίθεσης προς τα εμβόλια, σε σύγκριση με τους νεότερους 18-24 ετών (12% έναντι 2,5%).

Τέλος, η ανάλυση μεταγενέστερων δεδομένων έδειξε ότι μεγαλύτερη πιθανότητα να παραμείνουν ανεμβολίαστοι είχαν οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες, άτομα μαύρης εθνικότητας, όσοι ήταν άνεργοι ή ζούσαν σε υποβαθμισμένες περιοχές, άτομα με ιστορικό COVID-19, καθώς και όσοι είχαν χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι οι συχνότεροι λόγοι δισταγμού – δηλαδή οι ανησυχίες για αποτελεσματικότητα ή επιπτώσεις στην υγεία – συνδέθηκαν με μεγαλύτερη πιθανότητα μεταστροφής και τελικού εμβολιασμού. Αντίθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης, η αίσθηση χαμηλού κινδύνου και η γενικευμένη αντι-εμβολιαστική στάση συσχετίστηκαν με 2 έως 3 φορές μικρότερη πιθανότητα.

«Δείχνουμε ότι ορισμένοι τύποι δισταγμού έναντι των εμβολίων αντιμετωπίζονται πιο εύκολα από άλλους. Για παράδειγμα, οι ανησυχίες που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη ή τον θηλασμό. Με την κυκλοφορία του εμβολίου, η εμπιστοσύνη του κοινού αυξήθηκε και ο αρχικός σκεπτικισμός ξεπεράστηκε σε μεγάλο βαθμό», δήλωσε η Δρ. Helen Ward, συν-συγγραφέας και καθηγήτρια στο Imperial College London και το National Institute for Health and Care Research Imperial Biomedical Research Center.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα και ποιοι οι περιορισμοί

Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η ενίσχυση της εμπιστοσύνης, μαζί με σαφείς και κατανοητές πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και τους πιθανούς κινδύνους, μπορεί να λειτουργήσει καθοριστικά σε περιόδους υγειονομικής κρίσης – ιδίως όταν η διάθεση νέων εμβολιαστικών τεχνολογιών γίνεται με ταχύτατους ρυθμούς.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζονται περιορισμοί: υπήρξαν ασυνέπειες μεταξύ των αυτο-αναφερόμενων δεδομένων και αρχείων του NHS, ενώ οι πιο διστακτικοί συμμετέχοντες ήταν λιγότερο πιθανό να συναινέσουν στη σύνδεση των αρχείων τους, γεγονός που ενδέχεται να εισάγει μεροληψία επιλογής και να περιορίσει τη γενικευσιμότητα των συμπερασμάτων.

Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η διστακτικότητα δεν αποτελεί πάντα αμετάβλητη απόρριψη, αλλά συχνά αντανακλά ερωτήματα και φόβους που μπορούν να απαντηθούν. Υπό την προϋπόθεση ότι η ενημέρωση είναι αξιόπιστη, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες κάθε ομάδας.

Διαβάστε επίσης

Η γρίπη «στέλνει» τους άνω των 65 στο νοσοκομείο – Σταθερός ο RSV, σε ύφεση ο κορωνοϊός

Έκθεση: 91 καινοτόμα θεραπευτικά και προληπτικά εμβόλια σε εξέλιξη στην Ευρώπη

Γιατί τα εμβόλια «δουλεύουν» λιγότερο μετά τα 65; Οι ειδικοί εξηγούν