Οι οδηγοί που νιώθουν ενοχές επειδή ακούνε podcasts κατά τη διάρκεια μίας διαδρομής, ίσως ανησυχούν για λάθος λόγο. Σύμφωνα με νέα μελέτη, η παθητική ακρόαση ηχητικού περιεχομένου δεν φαίνεται να καθυστερεί τα οπτικά αντανακλαστικά. Αντίθετα, οι τηλεφωνικές συνομιλίες – ακόμη και χωρίς τη χρήση χεριών – επιβραδύνει σημαντικά την ταχύτητα και την ακρίβεια των κινήσεων των ματιών.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου Υγείας Fujita στην Ιαπωνία εξέτασαν 30 ενήλικες, οι οποίοι κλήθηκαν να εκτελέσουν γρήγορες κινήσεις των ματιών υπό τρεις διαφορετικές συνθήκες:

  • ενώ απαντούσαν φωναχτά σε ερωτήσεις,
  • ενώ άκουγαν ηχητικό υλικό,
  • και χωρίς καμία απόσπαση προσοχής.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ξεκάθαρα ότι η απάντηση σε ερωτήσεις επιβράδυνε τον χρόνο που χρειάζονταν τα μάτια για να κινηθούν και να «κλειδώσουν» σε έναν στόχο, ενώ η απλή ακρόαση είχε σχεδόν ταυτόσημα αποτελέσματα με την πλήρη απουσία απόσπασης.

Γιατί το να μιλάμε επηρεάζει τον έλεγχο της όρασης

Η διαφορά μεταξύ ακρόασης και ομιλίας βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος. Όταν κάποιος απλώς ακούει, δεν χρειάζεται να σκεφτεί τι θα πει, οπότε ο εγκέφαλος μπορεί να συγκεντρωθεί περισσότερο σε αυτά που βλέπει. Αντίθετα, η ομιλία απαιτεί ανάκληση πληροφοριών, σχεδιασμό απαντήσεων και συντονισμό της εκφοράς του λόγου, διαδικασίες που αποσπούν την οπτική προσοχή.

Για να μετρήσουν αυτή τη διαφορά με ακρίβεια, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν σύστημα παρακολούθησης ματιών που κατέγραφε το βλέμμα 60 φορές το δευτερόλεπτο. Οι συμμετέχοντες έπρεπε να μετακινούν τα μάτια τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα από ένα κεντρικό σημείο σε έναν κόκκινο στόχο που εμφανιζόταν τυχαία σε οκτώ διαφορετικές θέσεις στην οθόνη.

Κατά τη διάρκεια της «συνθήκης ομιλίας», οι ερωτήσεις απαιτούσαν σκέψη: από απλές γνώσεις (όπως πρωτεύουσες χωρών) έως προσωπικές αναμνήσεις (τι είχαν φορέσει την προηγούμενη ημέρα ή τι ώρα κοιμήθηκαν). Στην περίπτωση της ακρόασης, οι συμμετέχοντες άκουγαν αποσπάσματα από γνωστό ιαπωνικό μυθιστόρημα.

Πώς επηρεάστηκε η κίνηση των ματιών όταν οι συμμετέχοντες μιλούσαν

Οι ερευνητές μέτρησαν τρεις φάσεις της κίνησης των ματιών:

  • χρόνο αντίδρασης (πότε ξεκινά η κίνηση),
  • χρόνο μετακίνησης (πόσο διαρκεί η κίνηση προς τον στόχο),
  • χρόνο σταθεροποίησης (πόσο χρειάζεται το βλέμμα για να «κλειδώσει»).

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά:

  • Όταν οι συμμετέχοντες μιλούσαν, χρειάζονταν κατά μέσο όρο 280 χιλιοστά του δευτερολέπτου για να ξεκινήσουν την κίνηση των ματιών περίπου 20 χιλιοστά του δευτερολέπτου περισσότερο σε σχέση με την ακρόαση ή την απουσία απόσπασης.
  • Ο χρόνος μετακίνησης των ματιών σχεδόν διπλασιάστηκε: 260 χιλιοστά του δευτερολέπτου όταν μιλούσαν, έναντι 142 χιλιοστών του δευτερολέπτου όταν άκουγαν.
  • Η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στη σταθεροποίηση: 1.227 χιλιοστά του δευτερολέπτου κατά την ομιλία, έναντι μόλις 493 κατά την ακρόαση.
  • Η ακρόαση και η απουσία απόσπασης παρήγαγαν σχεδόν ταυτόσημα αποτελέσματα. Η ομιλία ξεχώρισε καθαρά.

Γιατί αυτό έχει σημασία στην οδήγηση

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ομιλία και ο έλεγχος των κινήσεων των ματιών χρησιμοποιούν κοινά νευρωνικά δίκτυα στον εγκέφαλο, κυρίως στις μετωπιαίες και βρεγματικές περιοχές. Όταν αυτά τα δίκτυα απασχολούνται με την παραγωγή λόγου, έχουν λιγότερη «χωρητικότητα» για γρήγορες και ακριβείς οπτικές κινήσεις.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να κατευθύνουν το βλέμμα τους προς τα κάτω. Στην οδήγηση, αυτό είναι κρίσιμο: παιδιά που μπαίνουν στο οδόστρωμα, ζώα, εμπόδια, λακκούβες και αντικείμενα στον δρόμο απαιτούν γρήγορη οπτική αντίδραση χαμηλά στο οπτικό πεδίο.

Ο συνδυασμός της φυσικής καθυστέρησης προς τα κάτω και της πρόσθετης καθυστέρησης λόγω ομιλίας μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την καθημερινή οδήγηση

Περίπου το 90% των πληροφοριών που χρειάζεται ένας οδηγός είναι οπτικές. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι οι τηλεφωνικές συνομιλίες κατά την οδήγηση – με ή χωρίς hands-free – τετραπλασιάζουν τον κίνδυνο τροχαίου, φτάνοντας επίπεδα αντίστοιχα με την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ.

Μέχρι σήμερα, η αύξηση του κινδύνου αποδιδόταν κυρίως στη διάσπαση προσοχής και στην καθυστέρηση φυσικών αντιδράσεων, όπως το φρενάρισμα. Η νέα μελέτη δείχνει ότι η ίδια η ομιλία επηρεάζει ακόμη και τα πρώτα στάδια της οπτικής επεξεργασίας.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα ευρήματα προέρχονται από εργαστηριακό περιβάλλον και δεν αναπαριστούν πλήρως την πολυπλοκότητα της πραγματικής οδήγησης. Ωστόσο, η σαφής διαφορά μεταξύ ακρόασης και ομιλίας δείχνει ότι δεν έχουν όλες οι ηχητικές δραστηριότητες τον ίδιο βαθμό κινδύνου.

Η μελέτη υποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς το να ακούμε κάτι όσο οδηγούμε, αλλά το να μιλάμε. Η παραγωγή λόγου φαίνεται να παρεμβαίνει σε βασικούς μηχανισμούς οπτικού ελέγχου, καθυστερώντας αντιδράσεις που μπορεί να είναι κρίσιμες στον δρόμο.

Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα σε πραγματικές συνθήκες οδήγησης, το μήνυμα είναι σαφές: το hands-free δεν σημαίνει χωρίς κίνδυνο — ενώ η παθητική ακρόαση φαίνεται να επιβαρύνει πολύ λιγότερο την προσοχή του οδηγού.

Διαβάστε επίσης

Τι κερδίζουν οι άνθρωποι που μιλούν με τα χέρια τους – Θα εκπλαγείτε

Νόσος Αλτσχάιμερ: H αδιόρατη αλλαγή στην ομιλία που μαρτυρά τη φθορά του νου

Θέλετε να μάθετε μια ξένη γλώσσα; Ανακαλύψτε το «κόλπο» των παιδιών για σίγουρη επιτυχία