Το Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης (ME/CFS) είναι μία εξουθενωτική ασθένεια που, επί δεκαετίες, αντιμετωπιζόταν με επιφυλακτικότητα, καθώς υπήρχε μία ομάδα ειδικών που θεωρούσαν πως πρόκειται για μια ψυχοσωματική κατάσταση. Τώρα, μία μεγάλη γενετική ανάλυση δείχνει ότι υπάρχουν πραγματικές βιολογικές αιτίες πίσω από τη νόσο, αποκαλύπτοντας γενετικά σήματα που συνδέονται με το συγκεκριμένο σύνδρομο.
Πρόκειται για τα ευρήματα της έρευνας που πραγματοποίησε η βρετανική ερευνητική ομάδα DecodeME, η οποία, μελετώντας τις γενετικές συνδέσεις, ανακάλυψε 8 πιθανά γενετικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης ή αλλιώς μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα.
Τα προκαταρκτικά ευρήματα δείχνουν ότι τα γονίδια ενός ατόμου επηρεάζουν την πιθανότητα ανάπτυξης του συνδρόμου. Οι οκτώ γονιδιακές περιοχές που εντόπισαν οι ερευνητές περιλαμβάνουν γονίδια που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό και το νευρικό σύστημα. Ένα από αυτά έχει συσχετιστεί με χρόνιο πόνο, ένα κοινό σύμπτωμα του ME/CFS, εξηγεί ο επικεφαλής του DecodeME, Chris Ponting από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
«Αυτά τα ευρήματα παρέχουν τις πρώτες ισχυρές αποδείξεις για τη γενετική συμβολή στο Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης. Υπάρχουν πολλές γενετικές παραλλαγές σε όλο το γονιδίωμα που προδιαθέτουν κάποια άτομα να διαγνωστούν με το σύνδρομο», όπως εξήγησε.
Επιπλέον, τρία από τα γενετικά σήματα φαίνεται να ενεργοποιούνται πρώτα όταν το σώμα αντιμετωπίζει ιογενείς ή βακτηριακές λοιμώξεις. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί άτομα με Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης αναφέρουν ότι είχαν περάσει κάποια λοίμωξη πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα και γιατί τα περιστατικά αυξήθηκαν μετά την πανδημία της Covid-19.
«Τα αποτελέσματα της μελέτης, που βασίζονται σε γενετική ανάλυση μεγάλης κλίμακας, δείχνουν ότι το ME/CFS έχει πραγματικό βιολογικό υπόβαθρο», λέει η ομάδα των περισσότερων από 50 ερευνητών. «Αυτό μπορεί να βοηθήσει στη μείωση του στίγματος γύρω από τη νόσο».
Η μελέτη DecodeME, μία συνεργασία μεταξύ του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, φιλανθρωπικών οργανώσεων και ασθενών, ξεκίνησε το 2022 για να διερευνήσει τον ρόλο των γονιδίων στην εμφάνιση της νόσου. Για τη συγκεκριμένη φάση, αναλύθηκαν 15.579 δείγματα DNA από 27.000 ασθενείς και περισσότερα από 250.000 άτομα χωρίς τη νόσο.
Παρά τα εντυπωσιακά ευρήματα της έρευνας, παραμένουν αναπάντητα αρκετά κρίσιμα ερωτήματα, όπως γιατί το ME/CFS επηρεάζει πολύ περισσότερο τις γυναίκες. Αν και οι διαγνώσεις είναι 4 φορές συχνότερες στις γυναίκες, η μελέτη δεν εντόπισε γενετική εξήγηση.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη ανοίγει νέους δρόμους για την κατανόηση του ME/CFS, δείχνοντας ότι η νόσος έχει πραγματική βιολογική βάση και προσφέροντας ελπίδα για καλύτερη διάγνωση και θεραπεία.
Διαβάστε επίσης
Νιώθετε διαρκώς εξαντλημένοι; Είναι δυνατό να έχετε πάθει «μίνι – εγκεφαλικό»; Ερευνητές απαντούν
Κατάθλιψη, εμμονές και άγχος χέρι-χέρι με τη χρόνια κόπωση – Τι δείχνει ελληνική μελέτη
Είναι απλά κούραση ή φταίει η εμμηνόπαυση; Το σύμπτωμα που γιγαντώνει την κόπωση