Πολλές χώρες διανύουν ήδη το τέταρτο επιδημικό κύμα της COVID-19 και προσπαθούν να ανυψώσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα το τείχος ανοσίας που θα ανακόψει την ορμητικότητά του, προτού πλήξει ξανά τα συστήματα υγείας. Στο πλαίσιο αυτό και δεδομένης της ανάγκης συμμετοχής όλου του πληθυσμού που μπορεί με ασφάλεια να εμβολιαστεί κατά του κορωνοϊού SARS-CoV-2, μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορά πλέον τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι νεότεροι και ιδίως οι έφηβοι, για τους οποίους ο εμβολιασμός κατέστη σχετικά πρόσφατα δυνατός.

Στην Ελλάδα, τη σχετική ανακοίνωση έκανε στις 5 Ιουλίου η ομότιμη Καθηγήτρια Παιδιατρικής και Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, κυρία Μαρία Θεοδωρίδου, απαριθμώντας τους λόγους που οδήγησαν στο «πράσινο φως» των εμβολιασμών νέων 15-17 ετών.

Στη δημόσια συζήτηση, κεντρικό ερώτημα παραμένει αν τα εμβόλια σε αυτές τις ηλικίες προσφέρουν πράγματι περισσότερα οφέλη σε σύγκριση με τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, δεδομένου πως οι νεότεροι έχουν μικρότερο κίνδυνο νοσηλείας και θανάτου σε περίπτωση λοίμωξης από τον νέο κορωνοϊό. Ο Δρ Alex Richter, Καθηγητής και Επίτιμος Σύμβουλος Κλινικής Ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά και βάζει θετικό πρόσημο στον εμβολιασμό εφήβων.

Πολλαπλά κερδισμένοι

Τα επιδημιολογικά δεδομένα έχουν δείξει ότι οι έφηβοι θα νοσήσουν ελαφριά ή και χωρίς συμπτώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα ξεφύγουν σίγουρα τον κίνδυνο εισαγωγής σε νοσοκομείο. Πέραν των σημαντικά λιγότερων πιθανοτήτων νοσηλείας, θανάτου ή σοβαρής νόσου, τα εμβόλια μπορούν συμβάλλουν αποτελεσματικά:

Τα πλεονεκτήματα υπερτερούν έναντι κινδύνων όπως τα τοπικά συμπτώματα του εμβολιασμού (π.χ. ο πόνος στο σημείο της ένεσης και τα ρίγη), ενώ σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες όπως τα περιστατικά μυοκαρδίτιδας και περικαρδίτιδας από mRNA εμβόλια, τα οποία όμως είναι πολύ σπάνια και λιγότερο πιθανά συγκριτικά με τον αντίστοιχο κίνδυνο από τη νόσο COVID-19.

Προστασία του κοινωνικού συνόλου

Ο εμβολιασμός των εφήβων μπορεί να τους επιτρέψει την επιστροφή στην ακαδημαϊκή και κοινωνική κανονικότητα που στερήθηκαν την περίοδο των αυστηρών lockdown, με τον κίνδυνο διασποράς σε περίπτωση επαναλειτουργίας των σχολείων να μειώνεται.

Παράλληλα, εξηγεί ο καθηγητής, ένας έφηβος που εμβολιάζεται το κάνει και για τους οικείους του που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και που, παρά τον εμβολιασμό τους έναντι της COVID-19, δεν θα επιτύχουν υψηλή ανοσολογική απόκριση, όπως στις περιπτώσεις μεταμοσχευμένων και ανοσοκατεσταλμένων ασθενών.

Ο εμβολιασμός των νέων για τη προστασία του κοινωνικού συνόλου δεν αποτελεί ιδέα που γέννησε η τωρινή πανδημία. Στην περίπτωση του πνευμονιόκοκκου, ο εμβολιασμός βρεφών για την προφύλαξή τους από σοβαρή νόσο μετέπειτα λειτούργησε θετικά και για τον περιορισμό κρουσμάτων πνευμονίας στον ενήλικο πληθυσμό.

Τέλος, οι παραλλαγές του κορωνοϊού «φουντώνουν» όπου η εμβολιαστική κάλυψη είναι χαμηλή. Καθώς επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων εμβολίων, είναι σημαντικό το επιδημιολογικό φορτίο να παραμένει σε χαμηλά ποσοστά, όπως μπορεί να επιτευχθεί μέσω των εμβολιασμών.

 

Διαβάστε επίσης