Η ανάγκη για αναδιάρθρωση των υπηρεσιών υγείας της χώρας µας, για νέες υποδοµές και για τις αναγκαίες προσλήψεις στον χώρο της υγείας µε ενίσχυση των Πανεπιστηµιακών Νοσοκοµείων και των Πανεπιστηµιακών Κλινικών και Εργαστηρίων κυριαρχεί ως µια πρώτη ανάγκη για έναν στρατηγικό σχεδιασµό για την επόµενη εικοσαετία, σύμφωνα με τον Γεράσιµο Σιάσο Πρόεδρο της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υποψήφιο για τις πρυτανικές εκλογές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οι οποίες θα διεξαχθούν την Πέμπτη 11 Μαϊου. Ολο το άρθρο-ανάλυση του Γεράσιμου Σιάσου* έχει ως εξής:

«Η πρόσφατη πανδηµία ταρακούνησε συθέµελα συστήµατα υγείας πολύ πιο οργανωµένα από αυτό της χώρας µας. Αναδείχθηκαν ελλείψεις σε υποδοµές και προσωπικό που απαιτούν τη ριζική αναδιάρθρωση και την ανάγκη αναπροσαρµογής των δοµών υγείας. Οι πολλαπλές προκλήσεις που αναµένεται να αντιµετωπίσουν τα συστήµατα υγείας στο µέλλον επιβάλλουν την επαρκή ενίσχυσή τους.

Αναµφίβολα κοµβικό ρόλο στην αναβάθµιση των παρεχόµενων υπηρεσιών υγείας θα έχουν οι Ιατρικές Σχολές της χώρας ως φορέας εκπαίδευσης και παροχής ιατρικών υπηρεσιών. Επιπλέον, ο πολύ σηµαντικός ρόλος του νοσηλευτικού προσωπικού και οι µεγάλες ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναµικό καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για ένα εθνικό σχέδιο ενίσχυσης των Νοσηλευτικών Σχολών.

Πρωταρχικό πυλώνα στην αναδιάρθρωση των υπηρεσιών υγείας πρέπει να αποτελέσουν τα υπάρχοντα Πανεπιστηµιακά Νοσοκοµεία της χώρας. Ο µετασχηµατισµός τους σε τεταρτοβάθµια κέντρα αριστείας µε κατεύθυνση την εξειδικευµένη κλινική και εργαστηριακή ιατρική, την εκπαίδευση και την έρευνα (ως «teaching hospitals») είναι ζωτικής σηµασίας ώστε να ανταποκριθούν στον νέο τους ρόλο.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει αποτελεσµατικά ο επανακαθορισµός του ρόλου των πανεπιστηµιακών νοσοκοµείων είναι η ενίσχυση της πρωτοβάθµιας περίθαλψης µε σκοπό την αποσυµφόρηση των εξειδικευµένων νοσοκοµειακών δοµών.

Εκτός από την πρωτοβάθµια περίθαλψη, η ενίσχυση των νοσοκοµείων του ΕΣΥ θα βοηθήσει σηµαντικά στη διαχείριση των επειγόντων περιστατικών ανάλογα µε τη βαρύτητα της νόσου. Ιδιαίτερη σηµασία για τους ασθενείς αποκτά και η επανέναρξη της συνεργασίας των πανεπιστηµιακών µε τον ιδιωτικό τοµέα, η οποία είχε παρεµποδιστεί τα προηγούµενα χρόνια.

Η Ιατρική Σχολή Αθηνών, πέραν από τα δύο αµιγώς Πανεπιστηµιακά Νοσοκοµεία (Αιγινήτειο και Αρεταίειο), διαθέτει δύο Πανεπιστηµιακά Νοσοκοµεία τα οποία λειτουργούν ως νοσοκοµεία ενταγµένα στο ΕΣΥ.

Το Λαϊκό Νοσοκοµείο, στο οποίο εντάσσεται µεγάλος αριθµός Πανεπιστηµιακών Κλινικών και Εργαστηρίων, δεν διαφοροποιείται στη λειτουργία του από οποιοδήποτε άλλο νοσοκοµείο του ΕΣΥ.

Αποτελεί αναγκαιότητα να θεσµοθετηθεί νέος οργανισµός ο οποίος θα ανταποκρίνεται στον πανεπιστηµιακό χαρακτήρα του Λαϊκού Νοσοκοµείου, να συµµετέχει η Ιατρική Σχολή στη διοίκησή του και να αναπτυχθούν νέες κτιριακές δοµές οι οποίες θα δώσουν χώρο για περαιτέρω ανάπτυξη του νοσοκοµείου.

Το «Αττικό» Πανεπιστηµιακό Νοσοκοµείο, στην άλλη πλευρά της Αττικής, διαθέτει σε έναν σύγχρονο χώρο όλες τις ειδικότητες ανεπτυγµένες σε Πανεπιστηµιακές Κλινικές και Εργαστήρια.

Το «Αττικό» είναι αναγκαίο να αποτελέσει, όπως και το «Λαϊκό», το πρότυπο λειτουργίας ενός σύγχρονου πανεπιστηµιακού Τεταρτοβάθµιου Νοσοκοµείου που πρωτοστατεί στην εκπαίδευση, στην έρευνα και την αντιµετώπιση εξειδικευµένων ιατρικών περιστατικών.

Επιπλέον, στην Ιατρική Σχολή Αθηνών λειτουργούν Πανεπιστηµιακές Κλινικές οι οποίες είναι εγκατεστηµένες σε νοσοκοµεία του ΕΣΥ όπως: Ιπποκράτειο, «Σωτηρία», «Ευαγγελισµός», «Αλεξάνδρα», Παίδων «Αγ. Σοφία» και «Αγλ. Κυριακού», «Γεννηµατάς», ΚΑΤ, «Αγ. Ολγα», Σισµανόγλειο, «Α. Συγγρός», όπου πανεπιστηµιακοί και ιατροί του ΕΣΥ σε αγαστή συνεργασία προσφέρουν εξαιρετικά υψηλής ποιότητας κλινικό, εκπαιδευτικό και ερευνητικό έργο, το οποίο αναγνωρίζεται διεθνώς.

Και σε αυτά τα νοσοκοµεία, τα οποία διαθέτουν και Πανεπιστηµιακές Κλινικές και Κλινικές του ΕΣΥ, η τροποποίηση του οργανισµού τους είναι απαραίτητη στο πρότυπο των Πανεπιστηµιακών Νοσοκοµείων.

Η δηµιουργία Centre of Excellence για συγκεκριµένα νοσήµατα έχει ξεκινήσει ήδη σε πολλά νοσοκοµεία του ΕΣΥ, αλλά και σε Πανεπιστηµιακές Κλινικές και Εργαστήρια της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

Η µακροχρόνια απόδοσή τους στο Σύστηµα Υγείας θα είναι ανεκτίµητη. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι είναι η αλλαγή του θεσµικού πλαισίου ώστε τα Πανεπιστηµιακά Νοσοκοµεία να έχουν ελευθερία αυτοδιάθεσης των πόρων, αλλά και της επιλογής του οργανογράµµατος που θα τα βοηθήσει να παρέχουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας (αλλαγή του οργανισµού τους και του µοντέλου διοίκησης), να είναι ανταγωνιστικά σε σχέση µε τα ήδη υπάρχοντα κέντρα αριστείας του εξωτερικού, και να µπορούν να προσελκύουν επιπλέον χρηµατοδότηση και προσωπικό ανάλογα µε τις ανάγκες και τις προοπτικές τους.

Στο λεκανοπέδιο της Αττικής (όπου διαµένει σχεδόν ο µισός πληθυσµός της χώρας) το 40% του εφηµεριακού έργου πραγµατοποιείται σε πανεπιστηµιακές δοµές της Ιατρικής Σχολής Αθηνών.

Συνολικά 70 Πανεπιστηµιακές Κλινικές και Εργαστήρια εξυπηρετούν όχι µόνο την Αττική, αλλά αποτελούν κέντρα αναφοράς για όλη τη χώρα.

Η ανάγκη για αναδιάρθρωση των υπηρεσιών υγείας της χώρας µας, για νέες υποδοµές και για τις αναγκαίες προσλήψεις στον χώρο της υγείας µε ενίσχυση των Πανεπιστηµιακών Νοσοκοµείων και των Πανεπιστηµιακών Κλινικών και Εργαστηρίων κυριαρχεί ως µια πρώτη ανάγκη για να εφαρµόσουµε έναν στρατηγικό σχεδιασµό για την επόµενη εικοσαετία.

Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει τον κοµβικό τους ρόλο στην παροχή υπηρεσιών υγείας, στην εκπαίδευση και τη έρευνα επ’ ωφελεία των ασθενών, των φοιτητών και του κοινωνικού συνόλου.

* Ο Γεράσιµος Σιάσος είναι Πρόεδρος Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Καθηγητής Καρδιολογίας, Γ’ Πανεπιστηµιακή Καρδιολογική Κλινική, ΓΝΝΘΑ «Η ΣΩΤΗΡΙΑ»