Σε μια περίοδο που οι συζητήσεις επικεντρώνονται στην προτεραιότητα που θα τηρηθεί για τον εμβολιασμό, ο καθηγητής Πολιτικής της Υγείας του LSE, Ηλίας Μόσιαλος, εστίασε, με ανάρτησή του στο Facebook,  στις  ομάδες κινδύνου .

«Γνωρίζουμε πλέον πως κάποιες υποκείμενες καταστάσεις υγείας αυξάνουν τον κίνδυνο νοσηρότητας και θνητότητας από το COVID-19. Στο Ηνωμένο Βασίλειο που προετοιμάζεται για τους εμβολιασμούς, έχουν ήδη ανακοινωθεί οι συμβουλές της επιτροπής για τις ομάδες προτεραιότητας. Μεταξύ αυτών είναι και τα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω χωρίς υποκείμενα νοσήματα, και ακολουθούνται από τα άτομα σε ομάδες υψηλού κινδύνου ηλικίας 16 ετών και άνω», σημείωσε, μεταξύ άλλων.

Αναφερόμενος στις ομάδες κινδύνου τις προσδιόρισε ως εξής:
χρόνια αναπνευστική νόσος, συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ), της κυστικής ίνωσης και του σοβαρού άσθματος
χρόνια καρδιακή νόσος (και αγγειακή νόσος)
χρόνια νεφροπάθεια
χρόνια ηπατική νόσος
χρόνια νευρολογική ασθένεια συμπεριλαμβανομένης της επιληψίας
σύνδρομο Down
σοβαρή μαθησιακή αναπηρία
διαβήτης
δέκτες μοσχεύματος στερεών οργάνων, μυελού των οστών και βλαστικών κυττάρων
ορισμένοι ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο
ανοσοκαταστολή λόγω ασθένειας ή θεραπείας
ασπληνία και σπληνική δυσλειτουργία
σοβαρή παχυσαρκία
σοβαρές ψυχικές ασθένειες
και αναμένουμε περαιτέρω διευκρινίσεις για τις κατηγορίες αυτές μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Όταν ανακοινωθούν θα κάνω άλλη ανάρτηση.

Για τις έγκυες και τα παιδιά επεσήμανε: «Έχω ήδη αναφερθεί στις οδηγίες του Ηνωμένου Βασιλείου για τον εμβολιασμό για τις έγκυες και τα παιδιά κάτω των 12 ετών. Δεδομένου πως οι έγκυες γυναίκες και τα μικρά παιδιά δεν συμπεριλήφθηκαν στις κλινικές δοκιμές, δεν υπάρχει ούτε επιστημονική γνώση αλλά ούτε και απόδειξη κινδύνου του εμβολίου στην εγκυμοσύνη. Μετά τη μόλυνση από τον κορωνοϊό, σχεδόν όλα τα παιδιά έχουν ασυμπτωματική λοίμωξη ή ήπια ασθένεια. Υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα σχετικά με τον εμβολιασμό σε εφήβους, και δεν έχουμε δεδομένα σχετικά με τον εμβολιασμό σε μικρότερα παιδιά. Όσον αφορά τους έφηβους 12-18 ετών, υπάρχουν τρέχουσες κλινικές δοκιμές σε εξέλιξη, και σύντομα θα έχουμε δεδομένα ασφαλείας και αποτελεσματικότητας».